ἀρηρομένος , η , ον , v. ἀρόω. ἀρηρομένος,η,ον, A. v. ἀρόω.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀρηρομένος , η , ον , v. ἀρόω. ἀρηρομένος,η,ον, A. v. ἀρόω.
ἀρητ-ός , ή , όν , Ion. for ἀρᾱτός : Ἀρήτη , ἡ , as pr.n., Od. 7.54 , etc. ἀρητ-ός,ή,όν, Ion. forἀρᾱτός:Ἀρήτη,ἡ, as pr.n., Od. 7.54 , etc.
ἀρῐ-δάκρυος [ ᾰρ], ον , = sq., Arist. Pr. 874b8 . ἀρῐ-δάκρυος[ᾰρ],ον, =sq., Arist. Pr. 874b8 .
y ἀρί-ζηλος[ᾰ],ον ( Dor. A. -ζηλος IG 9(1).270 ), alsoη,ον,v.infr.:— Ep. forἀρίδηλος(-ζηλοςfromδ y ηλος, cf.δῆλοςfromδε y αλοςandδέατο),conspicuous,of lightning, ἀρίζηλοι δέ οἱ αὐγαί Il. 13.244
ἀρί-πρεπτος , ον , = foreg., Ὑγίεια Maced. Pae. 21 . ἀρί-πρεπτος,ον,=foreg., A. Ὑγίεια Maced. Pae. 21 .
best in fight, ἀριστο-μάχος[μᾰ],ον,(μάχη) A. best in fight, Pi. P. 10.3 . 2. as pr.n., Hdt. , etc.:—henceAdj. ἀριστο-μάχειος,ον, AP 13.8 ( Theodorid. ).
ἀριστότατος , η , ον , late superlative formation from ἄριστος, Rev.Phil. 46.127 ( Miscamus ). ἀριστότατος,η,ον, late superlative formation fromἄριστος, Rev.Phil. 46.127 (Miscamus).
follow Ἀριστοτελίζω, A. followorimitate Aristotle, Str. 13.1.54 :—Adj. Ἀριστοτέλειος,α,ον,Aristotelian, Cic. Att. 13.19.4 :—alsoἈριστοτελικός,ή,όν, Luc. Demon. 56 .Adv. -κῶς Iamb. Comm.Math. 27
to be relied on, sure, certain, ἄρκιος(A),α,ον Arat. 741 ,ος,ον AP 11.59 ( Maced. ): (ἀρκέω):— Ep. Adj. A. to be relied on, sure, certain, οὔ οἱ ἔπειτα ἄρκιον ἐσσεῖται φυγέεινhe shall have nohopet
ἁρμᾰτο-ποιός , όν , = ἁρματοπηγός , J. AJ 6.3.5 . ἁρμᾰτο-ποιός,όν, A. = ἁρματοπηγός , J. AJ 6.3.5 .
Armenia, Ἀρμεν-ία,ἡ, A. Armenia, ἡ μεγάληand ἡ μικρά Str. 11.12.3 and 4 sq., cf. App. Mith. 105 :—Adj. Ἀρμένιος,α,ον,Armenian:alsoἈρμενιακός,ή,όν, Str. 11.14.12 :-κόν,τό, apricot, Prunus Armeniaca,
ἁρπακ-τήριος , ον , = ἁρπακτικός , Lyc. 157 . ἁρπακ-τήριος,ον, A. = ἁρπακτικός , Lyc. 157 .
ἁρπᾰ́λ-ιμος , η , ον , = ἁρπακτός, προσφιλής , Hsch. ἁρπᾰ́λ-ιμος,η,ον, A. = ἁρπακτός, προσφιλής , Hsch.
ἁρπάμενος , η , ον , v. ἁρπάζω. ἁρπάμενος,η,ον, A. v. ἁρπάζω.
ἄρρᾱτος , ον , = σκληρός, ἀμετάστροφος , Pl. Cra. 407d ; ἄ. καὶ μνήμων Id. R. 535c ; θάρσος prob. l. in Id. Ax. 365a ; ἀνέρος ἀρράτοιο Euph. 24 . ἄρρᾱτος,ον, A. = σκληρός, ἀμετάστροφος , Pl. Cra. 40
ἄρρεκτος , ον , v. ἄρεκτος. ἄρρεκτος,ον, A. v. ἄρεκτος.
masculine-looking, manly, ἀρρεν-ωπός,όν, alsoή,όν Luc. Fug. 27 : (ὤψ):— A. masculine-looking, manly, Pl. Lg. 802e ; γυναῖκες Arist. GA 747a1 , cf. Sor. 1.35 , Ruf. ap. Orib. inc. 2.15 ; εὐμορφί
ἀρρενουργός , όν , = ἀρρενοποιός , Nicom. ap. Phot. Bibl. p.144B. ἀρρενουργός,όν, A. = ἀρρενοποιός , Nicom. ap. Phot. Bibl. p.144B.
unspoken, ἄρρητος,ον, alsoη,ον E. Hec. 201 :— A. unspoken, ἔπος προέηκεν ὅ πέρ τ' ἄρρητον ἄμεινον Od. 14.466 ; ἄνδρες . . ῥητοί τ' ἄ. τε Hes. Op. 4 ; ἔστω ἄ. τὰ εἰρημένα Pl. Smp. 189b , etc.,
inexpressible ἄρρητος, ον, also η, ον [[ 5th c.BC: Euripides Tragicus “Hecuba” 201] Refs 5th c.BC+]:— unspoken, ἔπος προέηκεν ὅ πέρ τ᾽ ἄρρητον ἄμεινον[[ 8th c.BC: Odyssea Homerus Epicus “Odyssey” 14.
ἀρρύπωτος [ ῠ], ον , = ἀρρύπαντος , dub. l. in Sch. A. Pers. 614 . ἀρρύπωτος[ῠ],ον, A. = ἀρρύπαντος , dub. l. in Sch. A. Pers. 614 .
ἀρρύσωτος , ον , = sq., Sor. 1.88 . ἀρρύσωτος,ον,=sq., Sor. 1.88 .
ἀρρωστ-ήμων , ον , gen. ονος , = ἄρρωστος , Eup. 63 . ἀρρωστ-ήμων,ον, gen.ονος, A. = ἄρρωστος , Eup. 63 .
ἀρτ-ητός , όν , = κρεμαστός , Hsch. ἀρτ-ητός,όν, A. = κρεμαστός , Hsch.