δαῦκος: ὁ θρασύς, Hsch. δαῦκος: ὁ θρασύς, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
δαῦκος: ὁ θρασύς, Hsch. δαῦκος: ὁ θρασύς, Hsch.
δαφν-κόμης , ου , ὁ , = sq., Opp. C. 1.365 . δαφν-κόμης,ου,ὁ,=sq., Opp. C. 1.365 .
δάχανος , ὁ , = νότος , Peripl.M.Rubr. 50 . δάχανος,ὁ, A. = νότος , Peripl.M.Rubr. 50 .
exhibitor, δείκ-της,ου,ὁ, A. exhibitor, Orph. H. 8.16 ;τῶν ἱερῶν ἀγώνωνprob. in CIG 2932 (Tralles);ὁ λόγος δ. ἐστὶ πάντων τῶν ἀγαθῶνZos.Alch. p.191B.
fear, terror, δειμός,ὁ, (δέος) A. fear, terror, δειμόν τινα ἀναπλάσσειν J. Ap. 2.34 . II. Δεῖμος,ὁ,personified as accompanyingΦόβος, Ἔρις, Γοργώ,etc., Il. 4.44c , 1.37 , 15.119 , Hes. Th. 934 .
δεινόλινος: ὁ δεινῇ εἱμαρμένῃ ἐφθαρμένος, EM 264.28 . δεινόλινος: ὁ δεινῇ εἱμαρμένῃ ἐφθαρμένος, EM 264.28 .
δειπν-εύς , έως , ὁ , divinity worshipped by cooks in Achaia, Ath. 2.39d . δειπν-εύς,έως,ὁ, divinity worshipped by cooks in Achaia, Ath. 2.39d .
δειπν-ιστός , ὁ , = δείπνηστος , Orusap. EM 262.45 . δειπν-ιστός,ὁ, A. = δείπνηστος , Orusap. EM 262.45 .
δειπνο-θήρας , ου , ὁ , = δειπνολόχος , Ph. 1.665 . δειπνο-θήρας,ου,ὁ, A. = δειπνολόχος , Ph. 1.665 .
δεῖπνος , ὁ , late form of δεῖπνον, v.l. in D.S. 4.3 , Sch. Ar. Pax 564 . δεῖπνος,ὁ, late form ofδεῖπνον, v.l. in D.S. 4.3 , Sch. Ar. Pax 564 .
δειρητής , ὁ , Elean, = στρουθός , Nic. Fr. 123 . δειρητής,ὁ, Elean, A. = στρουθός , Nic. Fr. 123 .
δεκᾰτη-λόγος , ὁ , ̔λέγὠ = δεκατευτής , D. 23.177 . δεκᾰτη-λόγος,ὁ , ̔λέγὠ A. = δεκατευτής , D. 23.177 .
δέκων : ὁ δεκαζ όμενος , Hsch. δέκων : ὁ δεκαζ όμενος, Hsch.
δελφίν , ῖνος , ὁ , later form of δελφίς (q. v.). δελφίν,ῖνος,ὁ, later form ofδελφίς(q. v.).
δελφῑνίσκος , ὁ , Dim. of δελφίς, Arist. HA 631a17 . δελφῑνίσκος,ὁ, Dim. of δελφίς, Arist. HA 631a17 .
Δέματρος , ὁ (sc. μήν ), month at Halos, IG 9(2).109 B 47 . Δέματρος,ὁ(sc.μήν), month at Halos, IG 9(2).109 B 47 .
δενδρο-κόμης , ου , ὁ , = δενδρόκομος 1 , AP 5.18 ( Rufin. ). δενδρο-κόμης,ου,ὁ, A. = δενδρόκομος 1 , AP 5.18 ( Rufin. ).
slinger δεξιολάβος, -ου, ὁ (δεξιός, λαμβάνω), a kind of soldier, prob. a spearman (Vg., lancearius) or slinger: Act.23:23.† δεξιο-βόλος, -ου, ὁ (δεξιός, βάλλω), one who throws with the right hand
δεργ-μός , ὁ , = foreg., Hsch. δεργ-μός,ὁ,=foreg., Hsch.
δερρίσκος , ὁ , Dim. of foreg., IG 2.678 B 73 . δερρίσκος,ὁ, Dim. of foreg., IG 2.678B73 .
chain δεσμός, -οῦ, ὁ (δέω), [in LXX chiefly for אסר ;] a band, bond: metaphorically, Luk.13:16; ὁ δεσμὸς τ. γλώσσης, Mrk.7:35 (for this expression in π., see Deiss., LAE, 306 ff.; of actual bonds, s
δεσποτ-ίσκος , ὁ , Dim. of δεσπότης, E. Cyc. 267 . δεσποτ-ίσκος,ὁ, Dim. of δεσπότης, E. Cyc. 267 .
Δεύνῡσος , ὁ , Ion. for Διόνυσος, Anacr. 2.11 :—from δεῦνος , Indian for βασιλεύς, acc. to EM 259.32 : v. Δεονῦς. Δεύνῡσος,ὁ, Ion. forΔιόνυσος, Anacr. 2.11 :—fromδεῦνος, Indian forβασιλεύς,acc. to EM
δευρόλας: ὁ ἐξ ἐφήβων Ἀθηναίων, Hsch. δευρόλας: ὁ ἐξ ἐφήβων Ἀθηναίων, Hsch.