starry, ἀστρῷος,α,ον(alsoος,ον Sch.A.R. 1.936 ), A. starry, οἶκος AP 9.400 ( Pall. );ἀ. ἀνάγκηthe lawof the stars,ib. 505.14 ; ἀ. οὐρανοῦ διάθεσις Phlp. in Mete. 117.20 ; ἀ. θεοί Procl. in Cra.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
starry, ἀστρῷος,α,ον(alsoος,ον Sch.A.R. 1.936 ), A. starry, οἶκος AP 9.400 ( Pall. );ἀ. ἀνάγκηthe lawof the stars,ib. 505.14 ; ἀ. οὐρανοῦ διάθεσις Phlp. in Mete. 117.20 ; ἀ. θεοί Procl. in Cra.
ἀστρωπός , όν , = ἀστερωπός , E. HF 406 (lyr.). ἀστρωπός,όν, A. = ἀστερωπός , E. HF 406 (lyr.).
ἀστῡ́λ-ωτος , ον , gloss on ἀνερμάτιστος , Sch. Ael. NA 1.11 . ἀστῡ́λ-ωτος,ον, A. gloss on ἀνερμάτιστος , Sch. Ael. NA 1.11 .
not rugged, ἀστύφελος[ῠ],η, ον(ος,ον AP 9.413 ( Antiphil. )), A. not rugged, πατρίς Thgn. 1044 .
ἀσυγ-γνωμόνητος , ον , = sq., Phint. ap. Stob. 4.23.61a , Sch. A. Pr. 34 . ἀσυγ-γνωμόνητος,ον,=sq., Phint. ap. Stob. 4.23.61a , Sch. A. Pr. 34 .
ἀσυγκρότητος , ον , v. ἀξυγκρότητος. ἀσυγκρότητος,ον, A. v. ἀξυγκρότητος.
ἀσῡ́λ-ητος , ον , = ἄσῡλος I, E. Hel. 449 , J. AJ 19.1.1 , D.C. 75.14 . ἀσῡ́λ-ητος,ον, A. = ἄσῡλος I, E. Hel. 449 , J. AJ 19.1.1 , D.C. 75.14 .
ἀσύλωτος [ ῡ], ον , = foreg., πύργος BSA 17.231 (Pamphyl.). ἀσύλωτος[ῡ],ον, =foreg., A. πύργος BSA 17.231 (Pamphyl.).
ἀσυμ-πάθητος [ πᾰ], ον , = foreg. 1 , An.Ox. 2.340 . ἀσυμ-πάθητος[πᾰ],ον, =foreg. 1 , An.Ox. 2.340 .
ἀσύν-δηλος , ον , strengthd. for ἄδηλος, Plu. Lyc. 28 . ἀσύν-δηλος,ον, strengthd. forἄδηλος, Plu. Lyc. 28 .
ἀσυν-δύαστος [ ῠ], ον , = ἀσύμπλοκος , Hsch. ; = ἀσύζευκτος , Suid. ἀσυν-δύαστος[ῠ],ον, A. = ἀσύμπλοκος , Hsch. ; = ἀσύζευκτος , Suid.
ἀσύν-τᾰτος , ον , ( τείνω ) v.l. for ἄστυτος in Xenarch. 1 . without exertion, περίπατος Antyll. ap. Orib. 6.21.8 . ἀσύν-τᾰτος,ον, (τείνω) A. v.l. for ἄστυτος in Xenarch. 1 . II. without exertion,
ἀσφίγγωτος , ον , = sq., Corp.Herm. 13.6 codd. ἀσφίγγωτος,ον,=sq., Corp.Herm. 13.6 codd.
ἄσχημ-ος , ον , late form for ἀσχήμων, Phld. Herc. 1457.9 ( Comp. ), PRyl. 144.18 (i A. D.) , Polem.Phgn. 13 , Hippiatr. 55 : Sup. -ότατος D.L. 2.88 . Adv. -μως Sch. S. Aj. 916 . ἄσχημ-ος,ον, late for
ἄσωμος , ον , = ἀσώματος , EM 161.40 . ἄσωμος,ον, A. = ἀσώματος , EM 161.40 .
unwedded, maiden, ἀταύρωτος,ον, A. Ag. 245 , alsoη,ον Ar. Lys. 217 :— A. unwedded, maiden, A. l.c.;chaste, Ar. l.c.,v.Scholl.ad locc., Poll. 2.173 .
ἀτέλ-ειος , α , ον ,= ἀτελής, Phld. Rh. 1.5 S. ἀτέλ-ειος,α,ον,= ἀτελής, Phld. Rh. 1.5 S.
ἀτερέα: ὄρος, γοργόν (Cret.), Hsch. ἀτέρεμνος , ον , = ἀτέραμνος , Id. ἀτερέψατο: ἠθέτησεν, Id. ἀτερήσιον: ἀπρόμηθες, Id. ( ἀρετή- cod.). ἀτερέα: ὄρος, γοργόν(Cret.), Hsch. ἀτέρεμνος,ον, A. = ἀτέρα
ἁτερόπλευρος , ον , = ἑτερο- , SIG 247 K 1.13 (Delph.). ἁτερόπλευρος,ον, A. = ἑτερο- , SIG 247 K 1.13 (Delph.).
ἁτερόπτιλλος , ον , Dor. = ἑτερόφθαλμος , IG 4.951.34 and 72 (Epid.). ἁτερόπτιλλος,ον, Dor. A. = ἑτερόφθαλμος , IG 4.951.34 and 72 (Epid.).
ἄτερπ-νος , ον , = ἄγρυπνος , Stesich. 78 , Ibyc. 52 . ἄτερπ-νος,ον, A. = ἄγρυπνος , Stesich. 78 , Ibyc. 52 .
ἄτερπ-ος , ον , = ἀτερπής , Il. 6.285 (dub. l.). ἄτερπ-ος,ον, A. = ἀτερπής , Il. 6.285 (dub. l.).
ἀτεύχ-ητος , ον , = foreg., ib. 543 ( Phil. ), Epic.Alex.Adesp. 8.2 . ἀτεύχ-ητος,ον,=foreg., ib. 543 ( Phil. ), Epic.Alex.Adesp. 8.2 .
ἄτεφρος , ον , epith. of δάφνη, PMag.Par. 1.2582 . ἄτεφρος,ον, epith. ofδάφνη, PMag.Par. 1.2582 .