βῐο-πονητικός , ή , όν = sq., Hippodam. ap. Stob. 4.1.94 . βῐο-πονητικός,ή,όν =sq., Hippodam. ap. Stob. 4.1.94 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βῐο-πονητικός , ή , όν = sq., Hippodam. ap. Stob. 4.1.94 . βῐο-πονητικός,ή,όν =sq., Hippodam. ap. Stob. 4.1.94 .
βλαπτ-ήριος , ον , = sq., Opp. H. 2.456 . βλαπτ-ήριος,ον,=sq., Opp. H. 2.456 .
βλαστ-ήμων , ον , gen. ονος , = βλαστικός , Nic. Al. 548 . βλαστ-ήμων,ον, gen.ονος, A. = βλαστικός , Nic. Al. 548 .
βλοσῠρ-ωπός , όν , later form of foreg., D.P. 123 . βλοσῠρ-ωπός,όν, later form of foreg., D.P. 123 .
hairy, shaggy, bristling βλοσῠρός,ά,όν, alsoός,όν v.l. in Hes. Sc. 250 :— A. hairy, shaggy, bristling, μειδιόων βλοσυροῖσι προσώπασι Il. 7.212 ; τὼ δέ οἱ ὄσσε λαμπέσθην βλοσυρῇσιν ὑπ' ὀφρύσιν 15.
βο-ητικός , ή , όν , gloss on foreg., Sch. A. l.c. βο-ητικός,ή,όν,gloss onforeg., Sch. A. l.c.
βοει-ακός , ή , όν , = sq., EM 254.44 . βοει-ακός,ή,όν,=sq., EM 254.44 .
of an ox βόει-ος,α,ον, Ep. and Ion. βόεος,η , ον( A. βόϝεον Glotta 4.201 (Apulian vase) is dub.): (βοῦς):—of an oxoroxen, esp.of ox-hide, δέρμα βόειον Od. 14.24 ; βοέοισιν ἱμᾶσιν Il. 23.324 ;
βοηδρόμ-ιος , ον , = βοηδρόμος , of Apollo, Call. Ap. 69 , Paus. 9.17.2 . Dor. Βαδρόμιος (sc. μήν ), name of month at Rhodes, SIG 644.19 (ii B. C.) , etc. βοηδρόμ-ιος,ον, A. = βοηδρόμος , of Apollo,
βοηθ-ημᾰτικός , ή , όν , = βοηθητικός , Dsc. Alex.Praef. , Gal. 19.395 . βοηθ-ημᾰτικός,ή,όν, A. = βοηθητικός , Dsc. Alex.Praef. , Gal. 19.395 .
humming βομβ-ητικός,ή,όν, A. humming, Eust. 945.23 :—alsoβομβ-ικός,ή,όν , τὸ τῶν θρήνων β.Sch. metr. Pi. O. 1 .
driving oxen wild βοο-σσόος,ον, (σεύω) A. driving oxen wild, of the gadfly, Nonn. D. 11.191 : contr. , βουσσόον ὅν τε μύωπα . . καλέουσιν Call. Fr. 46 , cf. Cerc. 8.2 . II. ox-driving, κέντρα Q.S
βοο-τρόφος , ον , = βουτρ- , D.P. 558 , Nonn. D. 14.377 , PLond. 5.1654 (iv A. D.) . βοο-τρόφος,ον, A. = βουτρ- , D.P. 558 , Nonn. D. 14.377 , PLond. 5.1654 (iv A. D.).
βορειαῖος , α , ον , = βόρειος , APl. 4.230 ( Leon. ). βορειαῖος,α,ον, A. = βόρειος , APl. 4.230 ( Leon. ).
βορι-αῖος , α , ον , = βόρειος , Phlp. in Ph. 894.19 :—also βορι-ακός , IGRom. 4.1603 ( Chondriae ). βορι-αῖος,α,ον, A. = βόρειος , Phlp. in Ph. 894.19 :—alsoβορι-ακός, IGRom. 4.1603 (Chondriae).
βοσπόρ-ιος , α , ον , Id. Aj. l.c.: βοσπόρ-ιος,α,ον, Id.Aj.l.c.:
βου-κέραος , ον , = βούκερως , Nonn. D. 14.319 . βου-κέραος,ον, A. = βούκερως , Nonn. D. 14.319 .
βου-ποίητος , ον , = βούπαις 11 , AP 12.249 ( Strat. ). βου-ποίητος,ον, A. = βούπαις 11 , AP 12.249 ( Strat. ).
ploughed by oxen βού-στροφος,ον, A. ploughed by oxen, Lyc. 1438 ; but, II. parox.βου-στρόφος,ον,ox-guiding, δεσμά AP 6.104 ( Phil. );ox-tormenting,μύωψib. 95 ( Antiphil. ).
βου-τόρος , ον , = βουπόρος , Suid. : βούτορον ψάκαστρον: νιφάδ' ὑετοῦ , Hsch. βου-τόρος,ον, A. = βουπόρος , Suid. :βούτορον ψάκαστρον: νιφάδ' ὑετοῦ, Hsch.
βού-φορτος , ον , = πολύφορτος , AP 6.222 ( Theodorid. ). βού-φορτος,ον, A. = πολύφορτος , AP 6.222 ( Theodorid. ).
βράδινος [ ᾰ], α , ον , Aeol. for ῥαδινός , Sapph. 90 , 104 . βράδινος[ᾰ],α,ον , Aeol. forῥαδινός, Sapph. 90 , 104 .
slow in bringing to birth βρᾰδυ-τόκος,ον, A. slow in bringing to birth, Arist. Pr. 891b28 ( Comp. ).-χρόνιος,ον ,late, Sch. Il. 2.325 .
βράσσων , ον , Homeric Comp. of βραχύς (q. v.). βράσσων,ον, Homeric Comp. of βραχύς(q. v.).