true to one's birth γενν-αῖος,α,ον, alsoος,ον E. Hec. 592 : (γέννα):— A. true to one's birthordescent( εὐγενὲς μέν ἐστι τὸ ἐξ ἀγαθοῦ γένους, γενναῖον δὲ τὸ μὴ ἐξιστάμενον ἐκ τῆς αὑτοῦ φύσεως Arist.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
true to one's birth γενν-αῖος,α,ον, alsoος,ον E. Hec. 592 : (γέννα):— A. true to one's birthordescent( εὐγενὲς μέν ἐστι τὸ ἐξ ἀγαθοῦ γένους, γενναῖον δὲ τὸ μὴ ἐξιστάμενον ἐκ τῆς αὑτοῦ φύσεως Arist.
γενν-ημᾰτικός , ή , όν , = γεννητικός , J. BJ 4.8.3 . γενν-ημᾰτικός,ή,όν, A. = γεννητικός , J. BJ 4.8.3 .
γερᾰός , ή , όν , = γεραιός , S. OC 200 , Tim. Pers. 227 , Nic. Fr. 74.71 , IG 3.779 . γερᾰός,ή,όν, A. = γεραιός , S. OC 200 , Tim. Pers. 227 , Nic. Fr. 74.71 , IG 3.779 .
γευματικός , ή , όν , dub. sens., χιτών Schwyzer 462 B 29 (Tanagra, iii B. C. ). γευματικός,ή,όν, dub. sens., A. χιτών Schwyzer 462 B 29 (Tanagra,iii B. C.).
γή-ποτος , ον , v. γάποτος . γή-ποτος,ον, A. v. γάποτος .
joyful, glad γηθό-συνος,η,ον, alsoος,ον Orph. H. 27.14 , AP 6.235 (Thall.):— A. joyful, glad, Il. 7.122 ; χάρμῃ 13.82 .Adv. -νως Hp. Ep. 17 , Suid.
aged, old γηρ-αιός,ά,όν(alsoός,όν Antipho 4.1.2 ): (γῆρας):—longer form ofγεραιός, A. aged, old, γηραιὸς δὲ θάνοις Hes. Op. 378 , cf. Hdt. 3.64 , Pi. P. 4.157 , A. Pers. 854 (lyr.), Supp. 606 , Th
γηρ-ᾰός , όν , = γηραιός , IG 14.1721 . γηρ-ᾰός,όν, A. = γηραιός , IG 14.1721 .
γηράσιμος , η , ον , = γηραιός , JHS 34.12 ( Teos ). γηράσιμος,η,ον, A. = γηραιός , JHS 34.12 (Teos).
γηρότροφ-ος , ον , ̔τρέφὠ = γηροβοσκός , E. Alc. 668 ; γ. ἐλπίς Pi. Fr. 214 , cf. CIG 2240 ( Chios ); χάριν οὐ δυνάμην γ. τελέσαι Supp.Epigr. 1.567.10 ( Karanis ). γηρότροφ-ος,ον , ̔τρέφὠ A. = γηροβ
Γῐγαντο-φθόρος , ον , = sq., Sch. Lyc. 63 . Γῐγαντο-φθόρος,ον,=sq., Sch. Lyc. 63 .
γλᾰμυξιάω , = γλαμάω , and γλάμυξος [ ᾰ], ον , = sq., EM 232.42 . γλᾰμυξιάω, A. = γλαμάω , andγλάμυξος[ᾰ],ον ,=sq., EM 232.42 .
γλάμων [ ᾰ], ον , = γλᾰμυρός , Ar. Ra. 588 , Ec. 254 , Eup. 9 , Lys. 14.25 . γλάμων[ᾰ],ον, A. = γλᾰμυρός , Ar. Ra. 588 , Ec. 254 , Eup. 9 , Lys. 14.25 .
γλαυκ-ωπός , όν , = foreg., Corn. ND 20 , Ael. NA 17.23 , Eust. 86.46 :—also γλαυκ-ώπης , ὁ , Eust. 1389.2 . γλαυκ-ωπός,όν,=foreg., Corn. ND 20 , Ael. NA 17.23 , Eust. 86.46 :—alsoγλαυκ-ώπης,ὁ, Eust.
γλαυκόφθαλμος , ον , = γλαυκόμματος , Dsc. 1.125 , Gal. 12.740 . γλαυκόφθαλμος,ον, A. = γλαυκόμματος , Dsc. 1.125 , Gal. 12.740 .
γλῠ́κ-ειος , α , ον , = γλυκύς, τῆς . . οὔτι γλυκειότερον IG 14.1935 . γλῠ́κ-ειος,α,ον, A. = γλυκύς, τῆς . . οὔτι γλυκειότερον IG 14.1935 .
γλῠκύ-λᾰλος , ον , = sq., Cat.Cod.Astr. 2.209 . γλῠκύ-λᾰλος,ον,=sq., Cat.Cod.Astr. 2.209 .
γλῠκῠ́-χῡμος , ον , = foreg., Gal. 11.494 ; δίαιτα Paul.Aeg. 2.15 :— Subst. γλῠκῠ-χῡμία , ἡ , Gal. 14.749 . γλῠκῠ́-χῡμος,ον,=foreg., Gal. 11.494 ; A. δίαιτα Paul.Aeg. 2.15 :—Subst. γλῠκῠ-χῡμία,ἡ,
Γλῠκώνειος , α , ον , Glyconic , a kind of verse, so called from its inventor Glycon, Heph. 10.2 , Sch.Metr. Pi. O. 1 , etc. Γλῠκώνειος,α,ον,Glyconic, a kind of verse, so called from its inventor Glyc
well-known γνώρ-ῐμος,ον, rarelyη,ον, Pl. R. 614e , Luc. Somn. 9 :— A. well-known, γνώριμα λέγεις Pl. R. 558c ; φίλα τε καὶ συνήθη καὶ γ. Id. Lg. 798e ; λόγος γ. τινι D. 3.23 ;ὀνόματα γ. familia
acquaintance γνώρ-ῐμος, ον, rarely η, ον, [[ 5th-6th c.BC: Plato Philosophus “Respublica” 614e, 2nd c.AD: Lucianus Sophista “Somn.” 9 ] Refs 5th c.BC+]:— well-known, γνώριμα λέγεις [[ 5th-6th c.BC: P
perceived, understood, known γνωτός(A),ή , όν(ός,όν S. OT 396 ), older and more correct form ofγνωστός( Eust. 400.26 , 1450.62 ):—of things, A. perceived, understood, known, Il. 7.401 , Od. 24.182 ;
γο-εδνός , ή , όν , = sq. 1 ., A. Pers. 1057 (lyr.), Supp. 73 (lyr.), 194 . = sq. 11 , Id. Pers. 1039 (lyr.). γο-εδνός,ή,όν,=sq. 1 ., A. Pers. 1057 (lyr.), Supp. 73 (lyr.), 194 . II. =sq. 11 , Id. Pe
γο-ήμων , ον , gen. ονος , = γοερός Ι, φωνή APl. 4.101 , Nonn. D. 11.196 . = γ. 11 , ib. 20.162 ; κύνες ib. 5.454 . γο-ήμων,ον, gen.ονος, A. = γοερός Ι, φωνή APl. 4.101 , Nonn. D. 11.196 . II. =