ἀμαράσαι: αἱ σῦς, οἱ δὲ κύνες, Hsch. ; cf. μαράσαι. ἀμαράσαι: αἱ σῦς, οἱ δὲ κύνες, Hsch. ; cf.μαράσαι.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀμαράσαι: αἱ σῦς, οἱ δὲ κύνες, Hsch. ; cf. μαράσαι. ἀμαράσαι: αἱ σῦς, οἱ δὲ κύνες, Hsch. ; cf.μαράσαι.
ἀμείβοντες , οἱ , v. sq. A. 11 . ἀμείβοντες,οἱ,v.sq. A. 11 .
ἀμνόα: πρόβατον, οἱ δὲ ἀμνός, Hsch. ἀμνόα: πρόβατον, οἱ δὲ ἀμνός, Hsch.
ἀμυκλίς: γλυκύς, ἡδύς, Hsch. ἀμύκταν: γλυκύν, οἱ δὲ ἄμικτον, Id. ἀμυκλίς: γλυκύς, ἡδύς, Hsch. ἀμύκταν: γλυκύν, οἱ δὲ ἄμικτον,Id.
ἀμφι-ετίδαι , οἱ , Com. name for stupid persons, Men. 13D. ἀμφι-ετίδαι,οἱ, Com. name for stupid persons, Men. 13D.
cavalry who went into action with a spare horse, ἄμφιπποι,ων,οἱ, A. cavalry who went into action with a spare horse, Ael. Tact. 2.4 , Arr. Tact. 2.3 , prob. l. in D.S. 19.29 .ἀμφιπποτοξόται,οἱ , ἄμφ
ἀνδραποδ-ήτοι: οἱ σὺν ἀνδραπόδοις ἀποδημοῦντες, Hsch. ἀνδραποδ-ήτοι: οἱ σὺν ἀνδραπόδοις ἀποδημοῦντες, Hsch.
lay hold of in return, ἀνθάπτομαι, Ion. ἀντ-, A. lay hold of in return, οἱ Πέρσαι . . ἅπτοντο αὐτοῦ: . . οἱ δὲ ἀντάπτοντο Hdt. 3.137 , cf. E. Hec. 275 : but mostly, II. simply,lay hold of, grapp
light up in turn, ἀντι-λάμπω,inf. A. -λάμπην Sapph. Supp. 3.6 :—light up in turn, οἱ δ' ἀντέλαμψαν(sc.οἱ φύλακες) A. Ag. 294 . II. intr.,reflect light, shine, X. Cyn. 5.18 ; πρὸς τὴν σελήνην Pl
ἀντίποδες , οἱ , v. ἀντίπους. ἀντίποδες,οἱ, A. v. ἀντίπους.
form a party against, ἀντιστᾰσ-ιάζω, A. form a party against, τινί X. An. 4.1.27 ;οἱ ἀντιστασιάζοντες, = οἱ ἀντιστασιῶται , Id. Cyr. 7.4.3 ; ἀ.πρὸς πάντα to offer opposition to . ., D.C. 37.54
ἄντος: εὖρος, οἱ δὲ Εὐριπίδης, Hsch. ἄντος: εὖρος, οἱ δὲ Εὐριπίδης, Hsch.
ἄπλοιοι: οἱ μὴ δυνάμενοι πλεῖν, Hsch. ἄπλοιοι: οἱ μὴ δυνάμενοι πλεῖν, Hsch.
ἀπο-τακτῖται , οἱ , name of a heretical sect, Anatolian Studies p.86 (iv/v A.D.) :— ἀπο-τισταί ( ͂ -τῆρες ) is f.l. in Jul. Or. 7.224b . ἀπο-τακτῖται,οἱ, name of a heretical sect, Anatolian Studies p.
ἀπορραψεῖς : οἱ καθαρμοί, Hsch. ἀπορραψεῖς:οἱ καθαρμοί, Hsch.
ἀρατειχεύειν: καταρᾶσθαι, οἱ δὲ στρατεύεσθαι, Hsch. ἀρατειχεύειν: καταρᾶσθαι, οἱ δὲ στρατεύεσθαι, Hsch.
ἄρσακες: οἱ βασιλεῖς Περσῶν, Hsch. ἄρσακες: οἱ βασιλεῖς Περσῶν, Hsch.
ἀρτῐ-πλακέες: οἱ πεινῶντες, Hsch. ἀρτῐ-πλακέες: οἱ πεινῶντες, Hsch.
ἀρτιστῆρες , οἱ , magistrates at Elatea, IG 9(1).97.22 . ἀρτιστῆρες,οἱ, magistrates at Elatea, IG 9(1).97.22 .
greeting, embrace, ἀσπ-ασμός,ὁ, A. greeting, embrace, Thgn. 860 (pl.);οἱ ἔσχατοι, οἱ τελευταῖοι ἀ., D.H. 4.4 , Ph. 2.45 : generally,salutation, Ev.Matt. 23.7 , Ev.Marc. 12.38 , POxy. 471.67 (ii A
salutation ἀσπ-ασμός, ὁ, greeting, embrace, [[ 6th c.BC: Theognis Elegiacus 860 (_plural_)] Refs 6th c.BC+]; οἱ ἔσχατοι, οἱ τελευταῖοι ἀ., [[ 1st c.BC: Dionysius Halicarnassensis 4.4, 1st c.AD: Philo
ἀστιάγγας: τὰς ὑποφυλλίδας τῶν βοτρύων, οἱ δὲ ἀκτῖνος αὐγάς, ἔνιοι ἀστιάγγας: τὰς ὑποφυλλίδας τῶν βοτρύων, οἱ δὲ ἀκτῖνος αὐγάς, ἔνιοι
Italy, Αὐσονία, poet.ἀϋπν-ίη,ἡ, A. Italy, AP 14.121 ( Metrod. ):Αὐσονίηθεν App.Anth. 2.712b . 14 :—Adj. Αὐσόνιος,α,ον, AP 7.343 , al.:Αὐσόνιοι,οἱ,Italians,ib. 363 , al.:—alsoΑὔσονες,οἱ, Arist. Pol.
ἄχρατοι: οἱ πολέμιοι, Hsch. ἀχρέα: βλάσφημον, κτλ., Id. ἄχρατοι: οἱ πολέμιοι, Hsch. ἀχρέα: βλάσφημον, κτλ.,Id.