passion πάθος [ᾰ], εος, τό, (πάσχω) that which happens to a person or thing, τὰ ἐν τοῖς κατόπτροις τῆς ὄψεως π. [[ 5th-6th c.BC: Plato Philosophus “Theaetetus” 193c ] Refs 5th c.BC+]; τὰ ἐν τῷ ἀνθρωπ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
passion πάθος [ᾰ], εος, τό, (πάσχω) that which happens to a person or thing, τὰ ἐν τοῖς κατόπτροις τῆς ὄψεως π. [[ 5th-6th c.BC: Plato Philosophus “Theaetetus” 193c ] Refs 5th c.BC+]; τὰ ἐν τῷ ἀνθρωπ
ἀγάννα: ἅμαξα ἱερά: καὶ ἡ ἐν οὐρανῷ ἄρκτος, Et.Gud. , cf. Hsch. ἀγάννα: ἅμαξα ἱερά: καὶ ἡ ἐν οὐρανῷ ἄρκτος, Et.Gud., cf. Hsch.
ἀγκαλίδη , ἡ , = ἀγκαλίς, ἐν ἀγκαλίδῃσι γυναικός Stud.Pont. 3.6 ( Amisus ). ἀγκαλίδη,ἡ, A. = ἀγκαλίς, ἐν ἀγκαλίδῃσι γυναικός Stud.Pont. 3.6 (Amisus).
ἀγριόεις , εσσα , εν , = ἄγριος , Nic. Al. 604 . maddening , ὀπώρη ib. 30 . ἀγριόεις,εσσα,εν, A. = ἄγριος , Nic. Al. 604 . 2. maddening,ὀπώρηib. 30 .
gathering, crowd ἄγῠρ-ις [ᾰ],ιος,ἡ, Aeol. forἀγορά, A. gathering, crowd, ἀνδρῶν ἄγυριν Od. 3.31 ; ἐν νεκύων ἀγύρει Il. 16.661 ; ἐν νηῶν ἀ. 24.141 ; also in E. IA 753 (lyr.);παμπληθὴς ἄ.Orac. ap
ἀγχι-δίαι: ἐν θαλάσσῃ δίαι , Hsch. ἀγχι-δίαι: ἐν θαλάσσῃ δίαι, Hsch.
nearly equal ἀγχώμᾰλος,ον, (ὁμαλός) A. nearly equal, ἀγχώμαλοι ἐν χειροτονίᾳ Th. 3.49 ;ἀ. μάχη a doubtfulbattle, Id. 4.134 ; τὴν νίκην ἐν ἀγχωμάλψ καταλιπόντες J. BJ 6.2.6 ; τὸ πλῆθος οὐκ ἀ. Plu
ἀελλήεις , εσσα , εν , = ἀελλαῖος , Nonn. D. 5.322 , al. ἀελλήεις,εσσα,εν, A. = ἀελλαῖος , Nonn. D. 5.322 , al.
ἀϊδρήεις , εσσα , εν , = sq., Nic. Al. 415 . ἀϊδρήεις,εσσα,εν,=sq., Nic. Al. 415 .
αἰζήεις , εσσα , εν , late form of αἰζηός , Theopomp.Col. ap. Ath. 4.183b ; Dor. neut. αἰζᾶεν Hsch. αἰζήεις,εσσα,εν, late form ofαἰζηός, Theopomp.Col. ap. Ath. 4.183b ; Dor. neut. A. αἰζᾶεν Hsch.
αἰθήεις , εσσα , εν , ̔αἴθὠ = αἰθαλόεις 11.2 , Nic. Al. 394 . αἰθήεις,εσσα,εν , ̔αἴθὠ A. = αἰθαλόεις 11.2 , Nic. Al. 394 .
αἰθρή-εις , εσσα , εν , = αἴθριος , Pherenic. ap. Sch. Pi. O. 3.28 , Opp. C. 4.73 . αἰθρή-εις,εσσα,εν, A. = αἴθριος , Pherenic. ap. Sch. Pi. O. 3.28 , Opp. C. 4.73 .
riddle αἰνιγμός,ὁ, A. riddle, mostly like αἴνιγμα in pl., δι' αἰνιγμῶν ἐρεῖν Ar. Ra. 61 , cf. Pl. Ti. 72b , Aeschin. 3.121 ; ἐν αἰνιγμοῖσι σημαίνειν τι E. Rh. 754 ; ἐν αἰ. λαλεῖν Anaxil. 22.23
αἰπήεις , εσσα , εν , = foreg., Il. 21.87 , A.R. 2.721 , AP 7.273 ( Leon. ). αἰπήεις,εσσα,εν,=foreg., Il. 21.87 , A.R. 2.721 , AP 7.273 ( Leon. ).
ἀκιν-ήεις , εσσα , εν , = ἀκίνητος , Nic. Al. 436 . ἀκιν-ήεις,εσσα,εν, A. = ἀκίνητος , Nic. Al. 436 .
ἀκοσμ-ήεις , εσσα , εν , = ἄκοσμος , Nic. Al. 175 . ἀκοσμ-ήεις,εσσα,εν, A. = ἄκοσμος , Nic. Al. 175 .
ἀλείς , εῖσα , έν , v. εἴλω . ἀλείς,εῖσα,έν, A. v. εἴλω .
ἀμβρίζειν: θεραπεύειν ἐν τοῖς ἱεροῖς, Hsch. ἀμβρίζειν: θεραπεύειν ἐν τοῖς ἱεροῖς, Hsch.
ἀμποίχοιτις: ἐν Συρακούσαις ἀρχή, Hsch. ἀμποίχοιτις: ἐν Συρακούσαις ἀρχή, Hsch.
ἀμυδρ-ήεις , εσσα , εν , = sq., Nic. Th. 274 . ἀμυδρ-ήεις,εσσα,εν,=sq., Nic. Th. 274 .
ἀναβαλλαγόρας: φάρμακόν τι καὶ λίθος ἐν Σάμῳ, Hsch. ἀναβαλλίδες: ταινίαι ἢ σφαῖραι, EM 95.43 , cf. Hdn.Gr. 1.91 . ἀναβαλλαγόρας: φάρμακόν τι καὶ λίθος ἐν Σάμῳ, Hsch. ἀναβαλλίδες: ταινίαι ἢ σφαῖραι,
ἀνάκανδα: ἐν ὑπερῴῳ ( Lacon. ), Hsch. ἀνάκανδα: ἐν ὑπερῴῳ( Lacon. ), Hsch.
ἀναρυστῆρα: ἐν ᾧ ὁ οἶνος ἀνιμᾶται, Hsch. ἀναρυστῆρα: ἐν ᾧ ὁ οἶνος ἀνιμᾶται, Hsch.
ἀνευφρ-αίνομαι , f.l. for ἐν- , Ph. 2.476 . ἀνευφρ-αίνομαι, A. f.l. for ἐν- , Ph. 2.476 .