εὐμάρ-εια [ ᾰ], ἡ , ( Ion. dat. εὐμάρ-εια[ᾰ],ἡ , ( Ion. dat.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
εὐμάρ-εια [ ᾰ], ἡ , ( Ion. dat. εὐμάρ-εια[ᾰ],ἡ , ( Ion. dat.
Εὐρωπαῖος , α , ον , European , ἔθνη D.H. 1.2 ; Ion. Εὐρωπήϊος , η , ον , Hdt. 7.73 :—later Εὐρώπειος , η , ον , γαίη D.P. 152 :—fem. Εὐρωπίς , ίδος , St.Byz. Εὐρωπαῖος,α,ον,European, A. ἔθνη D.H.
εὐσκάριστος [ ᾰ], ον , ( σκαρίζω ) gloss on foreg., Sch. Il. 13.31 , EM 398.23 . εὐσκάριστος[ᾰ],ον,(σκαρίζω)gloss onforeg., Sch. Il. 13.31 , EM 398.23 .
εὐτρῠφάλειος [ᾰ] , gloss on εὐκόρυφος , Sch. Opp. C. 1.362 . εὐτρῠφάλειος [ᾰ], A. gloss on εὐκόρυφος , Sch. Opp. C. 1.362 .
εὐχάροπος [ ᾰ], ον , strengthd. for χάροπος , Gp. 14.16.2 . εὐχάροπος[ᾰ],ον , strengthd. forχάροπος, Gp. 14.16.2 .
εὐψηλάφητος , [ ᾰ], ον , gloss on εὐαφής , Suid. ; on εὔθικτος , EM 391.30 . Adv. - τως , gloss on εὐθίκτως , Hsch. εὐψηλάφητος, [ᾰ],ον , A. gloss on εὐαφής , Suid. ; onεὔθικτος, EM 391.30 .Adv.-τως
εὐωνύμ-ιος [ ῠ], α , ον , dub. cj. in Corinn. 19 . εὐωνύμ-ιος[ῠ],α,ον , dub. cj. in Corinn. 19 .
ἐφάλιος [ ᾰ], ον , ( ἅλς B) = ἔφαλος , Phot. , Suid. ἐφάλιος[ᾰ],ον,(ἅλςB) A. = ἔφαλος , Phot. , Suid.
ἐφῐκάνω [ᾱ] , = sq., χαλεπὸν δ' ἐπὶ γῆρας ἱκάνει Od. 11.196 ; ὅσον τ' ἐπὶ θυμὸς ἱκάνοι Parm. 1.1 . ἐφῐκάνω [ᾱ],=sq., A. χαλεπὸν δ' ἐπὶ γῆρας ἱκάνει Od. 11.196 ; ὅσον τ' ἐπὶ θυμὸς ἱκάνοι Parm. 1.1
of ἐχιδν-αῖος,α,ον, A. oforlike a viper, χόλος AP 7.71 ( Gaet. ). 2. snaky, κόρυμβος Nonn. D. 14.216 . II. pr.Adj. Ἐχιδναῖος,α,ον ,born of Echidna, δάκετον Call. Fr. 161 .
ἐχίειον [ ῐ], τό , = ἔχιον 11 , Nic. Th. 65 , 637 . Adj. - ειος , α , ον , = ἐχιδναῖος , Tz. H. 12.840 . ἐχίειον[ῐ],τό, A. = ἔχιον 11 , Nic. Th. 65 , 637 . II. Adj.-ειος,α,ον, = ἐχιδναῖος , Tz. H.
ϝορθασία , ἁ, epith. of Artemis, IG 5(2).429 (v B. C.) , 5(1).1572 ; v. sq. ϝορθασία,ἁ,epith. of Artemis, IG 5(2).429 (v B. C.), 5(1).1572 ;v.sq.
very divine, sacred ζάθεος[ᾰ],α,ον , alsoος,ον E. Tr. 256 (lyr.), 1075 (lyr.); poet.Adj.(used by Trag. only in lyrics):— A. very divine, sacred, of places favoured by the gods, Il. 1.38 , al. (not i
ζαμερίτας , α , ὁ , Dor. word for μακαρίτης , Phot. ζαμερίτας,α,ὁ, Dor. word forμακαρίτης, Phot.
ζάπεδον [ ᾰ], τό , = δάπεδον , Xenoph. 1.1 , IG 12(5).215 ( Paros ). ζάπεδον[ᾰ],τό, A. = δάπεδον , Xenoph. 1.1 , IG 12(5).215 (Paros).
ζάχολος [ ᾰ], ον , ̔χολή̓ = ζάκοτος , AP 9.524.7 . ζάχολος[ᾰ],ον, ̔χολή̓ A. = ζάκοτος , AP 9.524.7 .
ζάχῠτος [ ᾰ], ον ,= διάχυτος , Nonn. D. 19.347 . ζάχῠτος[ᾰ],ον ,=διάχυτος, Nonn. D. 19.347 .
ζευγελάτης [ ᾰ], ου , ὁ ,= ζευγηλάτης , Hsch. ζευγελάτης[ᾰ],ου,ὁ ,=ζευγηλάτης, Hsch.
ζόφ-εος , α , ον , v.l. for sq., νύξ Nic. Al. 501 . ζόφ-εος,α,ον,v.l. forsq., A. νύξ Nic. Al. 501 .
ζύθιον , τό , Dim. of ζῦθος, = ἀλφίτου πόσις , Hsch. ( ἡ ἐξ ἀ. π. Gramm. in Reitzenstein Ind.Lect.Rost. 1892 / 3p.12 .) ζύθιον,τό, Dim. of ζῦθος, A. = ἀλφίτου πόσις , Hsch. (ἡ ἐξ ἀ. π.Gramm. inReit
ζωμ-άρυστρον [ ᾰ], τό ,= ζωμήρυσις , Sch. Ar. Ach. 244 ( v.l. -ος, ἡ ); spelt ζώμ-ιστρον , POxy. 1289.3 (v A.D.) . ζωμ-άρυστρον[ᾰ],τό ,=ζωμήρυσις, Sch. Ar. Ach. 244 ( A. v.l. -ος, ἡ ); speltζώμ-ιστρ
ζωο-γράφος [ ᾰ], ον , poet. for ζωγρ- , Theoc. 15.81 ( v.l. ζῳο- ). ζωο-γράφος[ᾰ],ον , poet. forζωγρ-, Theoc. 15.81 ( A. v.l. ζῳο- ).
ἡδυ-λάλος [ ᾰ], ον ,= ἡδυλόγος, φθόγγοι IG 12(7).95.4 ( Amorgos ). ἡδυ-λάλος[ᾰ],ον ,= A. ἡδυλόγος, φθόγγοι IG 12(7).95.4 (Amorgos).
ἠθάδιος [ ᾰ], ον , poet. for ἠθάς , Opp. C. 1.448 . ἠθάδιος[ᾰ],ον , poet. forἠθάς, Opp. C. 1.448 .