skilled in throwing the dart ἀκοντ-ιστικός,ή,όν, A. skilled in throwing the dart, X. Cyr. 7.5.63 : Sup. , ib. 6.2.4 ;-κά,τά ,art of throwing the dart, Pl. Thg. 126b ;-κή,ἡ , Ael. Tact. Praef. , Arr.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
skilled in throwing the dart ἀκοντ-ιστικός,ή,όν, A. skilled in throwing the dart, X. Cyr. 7.5.63 : Sup. , ib. 6.2.4 ;-κά,τά ,art of throwing the dart, Pl. Thg. 126b ;-κή,ἡ , Ael. Tact. Praef. , Arr.
ἀκουή , ἡ , Ep. for ἀκοή (q.v.). ἀκουή,ἡ, Ep. forἀκοή(q.v.).
ἀκουσι-ότης [ ᾱ], ητος , ἡ , = ἀκουσία , Hsch. s.v. ἀέκητι , al. ἀκουσι-ότης[ᾱ],ητος ,ἡ, A. = ἀκουσία , Hsch. s.v. ἀέκητι , al.
ἀκρ-εῶτις , ἡ , Pythagorean word = ἑβδομάς , Theol.Ar. ap.Phot. p.144B. ἀκρ-εῶτις,ἡ, Pythagorean word A. = ἑβδομάς ,Theol.Ar.ap.Phot. p.144B.
ἀκρ-ωμίς , ἡ , Alciphr. Fr. 5.4 . ἀκρ-ωμίς,ἡ, Alciphr. Fr. 5.4 .
ἄκρεα , v. ἀκραῖος . ἀκρέα , ἡ , girl ( Maced. ). Hsch. ἄκρεα, A. v. ἀκραῖος . II. ἀκρέα,ἡ,girl( Maced. ). Hsch.
ἀκρό-πτολις , ἡ , poet. for ἀκρόπολις , q.v. ἀκρό-πτολις,ἡ, poet. forἀκρόπολις, q.v.
ἀκρο-χάλιξ , ὁ , ἡ , = ἀκροθώραξ , A.R. 4.432 , D.P. 948 . ἀκρο-χάλιξ,ὁ,ἡ, A. = ἀκροθώραξ , A.R. 4.432 , D.P. 948 .
ἀκρό-χειρας: τοὺς ὀξύχειρας, ἢ ἀνδρ<οφ> όνους , EM 53.37 , cf. Hsch. ἀκρό-χειρας: τοὺς ὀξύχειρας, ἢ ἀνδρ<οφ>όνους , EM 53.37 , cf. Hsch.
highest pitch ἀκρότης,ητος,ἡ, (ἄκρος) A. highest pitch, Hp. VM 22 . II. extreme, opp.μεσότης, Arist. EN 1107a8 ;ἀμφοτέρας παθεῖν τὰς ἀ.Diog Oen. Fr. 38 : metaph.,excellence, perfection, ἡ ἀνυπέρεκτο
ἀκροχειρ-ία , Ion. -ιη, ἡ , = -ισμός , Hp. Vict. 2.64 . ἀκροχειρ-ία, Ion. -ιη, ἡ, A. = -ισμός , Hp. Vict. 2.64 .
ἀκροχείρ-ισις , εως , ἡ , = sq., Hp. Vict. 3.78 :—also ἀκροχείρ-ιξις , v.l. ibid. and 2.64 . ἀκροχείρ-ισις,εως,ἡ,=sq., Hp. Vict. 3.78 :—alsoἀκροχείρ-ιξις,v.l.ibid. and 2.64 .
ἀκρωνία , ἡ , prob. = ἀκρωτηριασμός , A. Eu. 188 ; but expl. as ἄθροισμα by Hdn.Gr. 1.294 ap.Sch. (reading κακῶν ἀ. ), cf. AB 372 . ἀκρωνία,ἡ, prob. A. = ἀκρωτηριασμός , A. Eu. 188 ; but expl. asἄθρ
ἀκρωτερῆσαι: κόψαι ἢ ἀχρειωσαι , Hsch. ἀκρωτερῆσαι: κόψαι ἢ ἀχρειωσαι, Hsch.
ἀκτίνη , ἡ , = βούνιον , Ps.- Dsc. 4.123 . ἀκτίνη,ἡ, A. = βούνιον , Ps.- Dsc. 4.123 .
ἀκυρο-λεξία , ἡ , = ἀκυρολογία , Suid. s.v. αὐθέντης , Eust. 1770 . ἀκυρο-λεξία,ἡ, A. = ἀκυρολογία , Suid. s.v. αὐθέντης , Eust. 1770 .
ἁλ-τηροβολία , ἡ , = foreg., Iamb. VP 21.97 . ἁλ-τηροβολία,ἡ,=foreg., Iamb. VP 21.97 .
ἀλα-ῶπις , ιδος , ἡ , pecul. fem. of sq., Emp. 49 . ἀλα-ῶπις,ιδος,ἡ, pecul. fem. of sq., Emp. 49 .
ἀλαζ-οσύνη , ἡ , = ἀλαζονεία , Aq. Je. 49.16 ( 29.17 ). ἀλαζ-οσύνη,ἡ, A. = ἀλαζονεία , Aq. Je. 49.16 ( 29.17 ).
ἀλαιός , όν , f.l. for ἀλεός , q.v. ἀλακάτα , ἡ , Dor. for ἠλακάτη :— Dim. ἀλακάτιον , τό , POxy. 1740.8 (iii/iv A.D.) . ἀλαιός,όν, A. f.l. for ἀλεός , q.v.ἀλακάτα,ἡ, Dor. forἠλακάτη:— Dim. ἀλακάτι
ἀλαλία , ἡ , = πονηρία, ἀταξία , S. Fr. 232 . ἀλαλία,ἡ, A. = πονηρία, ἀταξία , S. Fr. 232 .
pain, suffering ἀλγ-ηδών,όνος,ἡ, A. pain, suffering, of body, Hdt. 5.18 , Hp. Coac. 394 , E. Med. 24 ; ὀδύνη τις ἢ ἀ. Pl. R. 413b : pl., Prt. 354b . II. of mind,pain, grief. S. OC 514 , E. Med. 5
ἀλεάζω (B) : κρύπτειν, ἢ προβάλλειν, καὶ εἴργειν, ἀφανίζειν , and -άζων: δικαζόμενος , Hsch. ἁλεάζω: ἀθροίζω , Id.; cf. ἁλής, ἁλία . ἀλεάζω(B): κρύπτειν, ἢ προβάλλειν, καὶ εἴργειν, ἀφανίζειν, and-άζων
ἄλεαρ: ἀλεωρίαν ἢ πολυωρίαν , Hsch. ἄλεαρ: ἀλεωρίαν ἢ πολυωρίαν, Hsch.