βορθαγορίσκεα: τὰ χοίρεια κρέα : and βορθαγορίσκοι: μικροὶ χοῖροι ( Lacon. ), Hsch. ; cf. ὀρθαγορίσκος . βορθαγορίσκεα: τὰ χοίρεια κρέα: andβορθαγορίσκοι: μικροὶ χοῖροι( Lacon. ), Hsch. ; cf.ὀρθαγορίσ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βορθαγορίσκεα: τὰ χοίρεια κρέα : and βορθαγορίσκοι: μικροὶ χοῖροι ( Lacon. ), Hsch. ; cf. ὀρθαγορίσκος . βορθαγορίσκεα: τὰ χοίρεια κρέα: andβορθαγορίσκοι: μικροὶ χοῖροι( Lacon. ), Hsch. ; cf.ὀρθαγορίσ
βουκόπια , τά , v. βοκόπια . βουκόπος , gloss on βουπλήξ , Hsch. βουκόπια,τά, A. v. βοκόπια .βουκόπος, gloss on βουπλήξ , Hsch.
βουπάλινα , τά , prob. = βουβάλια (v. βουβάλιον ), SIG 2588.171 (Delos, ii B. C. ):—also βουπαλίδες: περισκελίδες , Hsch. βουπάλινα,τά, prob. A. = βουβάλια (v.βουβάλιον), SIG 2588.171 (Delos,ii B. C
βράκια , τά , = βράκαι , PGen. 80.6 (iv A. D.) . βράκια,τά, A. = βράκαι , PGen. 80.6 (iv A. D.).
βρενθινά ( βρενθία Diogenian. ap. EM 212.45 ), τά , roots used by women to make face-paint, Hsch. ; cf. β<ρ>ενθινῷ: ἀνθινῷ , Id. βρενθινά(βρενθία Diogenian. ap. EM 212.45 ),τά, roots used by women to
refuse of olives βρύτεαorβρύτια(so prob. in Cerc. 4.34 [ῡ]),τά, A. = στέμφυλα ,refuse of olivesorgrapes after pressing, Ath. 2.56d , Hdn.Gr. 2.484 (also expld. asεἶδος σκορόδου, Hsch. ): metaph., τὰ
Γάδᾰρα [ Γᾰ], ων , τά , a town in Palestine, Str. 16.2.29 :— Γᾰδᾰρεύς or Γᾰδᾰρηνός , ὁ , an inhabitant, Ev.Matt. 8.28 :— Γᾰδᾰρίς (sc. γῆ ), ἡ , the country, Str.l.c. Γάδᾰρα[Γᾰ],ων,τά , a town in Pales
γενέθλ-ια , τά , v. γενέθλιος . γενέθλ-ια,τά, A. v. γενέθλιος .
γέντα , τά , = ἔντερα , Call. Fr. 309 , Nic. Al. 62 , 557 ; = κρέα, σπλάγχνα , Hsch. γέντα,τά, A. = ἔντερα , Call. Fr. 309 , Nic. Al. 62 , 557 ; = κρέα, σπλάγχνα , Hsch.
γεροντο-κομικά , τά , Sch. Pl. Phdr. 240c . γεροντο-κομικά,τά, Sch. Pl. Phdr. 240c .
γόγγων: μωρός , Hsch. γόδα , τά , = ἔντερα ( Maced. ), Id. γοδᾶν: κλαίειν ( Cypr. ), Id. γόδατος: θήρα , Id. γοδόν: γόητα , Id. γοδοῦλος , v. γοιδοῦλος . γόγγων: μωρός, Hsch. γόδα,τά, A. = ἔντερα (
γράφος [ ᾰ], εος , τό , = γράμμα, τὰ γράφεα SIG 9 (Olympia, vi B. C. ), IG 5(2).343 (Orchom. Arc. , iv B. C. ). γράφος[ᾰ],εος,τό, A. = γράμμα, τὰ γράφεα SIG 9 (Olympia,vi B. C.), IG 5(2).343 (Orcho
γύαια , τά , ( γύης 11 ) = πρυμνήσια , AP 10.1 ( Leon. ), Hsch. γύαια,τά, ( A. γύης 11 ) = πρυμνήσια , AP 10.1 ( Leon. ), Hsch.
Δάμεια , τά , festival at Tarentum, Hsch. Δάμεια,τά, festival at Tarentum, Hsch.
δειμαλέτα: τὰ λεπτὰ τῶν βοσκημάτων, οἱ δὲ Λάκωνες νεκρά, Hsch. δειμαλέτα: τὰ λεπτὰ τῶν βοσκημάτων, οἱ δὲ Λάκωνες νεκρά, Hsch.
ten, δέκᾰ,οἱ,αἱ,τά,indecl., A. ten, Il. 2.372 , Od. 9.160 , etc.; οἱ δ. the Ten, Isoc. 18.6 ; ἡ τῶν δ. τυραννίς Arist. Ath. 41.2 ; alsoοἱ δ.theAttic Orators, Philostr. VS 2.1.14 ;τὰ δέκα [ἔτη]
δελία: δάφνη, Hsch. δέλιχρα: τὰ ἡμίχοιρα, Id. δελία: δάφνη, Hsch. δέλιχρα: τὰ ἡμίχοιρα,Id.
δευτερ-οῦχος , ον , = τὰ δευτερεῖα ἔχων , Lyc. 204 . δευτερ-οῦχος,ον, A. = τὰ δευτερεῖα ἔχων , Lyc. 204 .
δημο-καλλίας ( -κας cod., but cf. καλλίας, = πίθηκος ) : τοὺς περὶ τὰ δημόσια ἀναστρέφοντας, Hsch. δημο-καλλίας(-καςcod., but cf.καλλίας, A. = πίθηκος ): τοὺς περὶ τὰ δημόσια ἀναστρέφοντας, Hsch.
Δῖα (sc. ἱερά ), τά , = Διάσια , SIG 38.34 (Teos, v B. C. ); cf. Δεῖα. Δῖα(sc.ἱερά),τά, A. = Διάσια , SIG 38.34 (Teos,v B. C.); cf.Δεῖα.
hard labour, exercise, διαπόν-ημα,ατος,τό, A. hard labour, exercise, τὰ περὶ τὸν πόλεμον δ. Pl. Lg. 813d . II. concrete,work, τὰ τῶν τεκτόνων δ. Id. Criti. 114e ;achievement, work done, βασιλ
cause to smart, δρῑμύσσω, A. cause to smart, ὀφθαλμούς Alex. Trall. 2 :— Pass. , οἱ δριμυττόμενοι τὰ βλέφαρα Aët. 7.15 . II. treat severely, Eust. 201.23 ; δριμύξεται τὰ ἐναγώνια Lib. Decl. 4
δρύψια , τά , = foreg., δ. τυρῶν AP 6.299 ( Phan. ). δρύψια,τά,=foreg., A. δ. τυρῶν AP 6.299 ( Phan. ).
δύσεα: τοῦ τοίχου τὰ πέριξ ( Cypr. ), Hsch. δύσεα: τοῦ τοίχου τὰ πέριξ( Cypr. ), Hsch.