ἀναστρωπή , ἡ , word coined by Pl. Cra. 409c , to explain ἀστραπή ( ὅτι τὰ ὦπα ἀναστρέφει ). ἀναστρωπή,ἡ, word coined by Pl. Cra. 409c , to explainἀστραπή(ὅτι τὰ ὦπα ἀναστρέφει).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀναστρωπή , ἡ , word coined by Pl. Cra. 409c , to explain ἀστραπή ( ὅτι τὰ ὦπα ἀναστρέφει ). ἀναστρωπή,ἡ, word coined by Pl. Cra. 409c , to explainἀστραπή(ὅτι τὰ ὦπα ἀναστρέφει).
ἀνατόλιος , poet. ἀντ- , η , ον , = foreg., ἄρουρα Nonn. D. 25.98 . ἀνατόλιος, poet.ἀντ-,η,ον,=foreg., A. ἄρουρα Nonn. D. 25.98 .
ἀνατύπ-ωσις , εως , ἡ , = τύπωσις , Hsch. ἀνατύπ-ωσις,εως,ἡ, A. = τύπωσις , Hsch.
ἀναφαία: ἡ θερμοπότις παρὰ Κρησίν, Ath. 11.783f . ἀναφαία: ἡ θερμοπότις παρὰ Κρησίν, Ath. 11.783f .
ἀναφλᾶ: λάχανον φέρει ἄνθος, ὡς ἡ μαλάχη καὶ τὸ ἄνηθον, Hsch. ἀναφλᾶ: λάχανον φέρει ἄνθος, ὡς ἡ μαλάχη καὶ τὸ ἄνηθον, Hsch.
ἀναφορ-ητικός , ή , όν , = sq. 11 , of consumption with empyema, Cael.Aur. TP 2.18 . ἀναφορ-ητικός,ή,όν,=sq. 11 , of consumption with empyema, Cael.Aur. TP 2.18 .
ἀνάφυξις , εως , ἡ , = ἀναφυγή, ἀ. κακῶν Pl. Lg. 713e . ἀνάφυξις,εως,ἡ, A. = ἀναφυγή, ἀ. κακῶν Pl. Lg. 713e .
ἀναχάρ-αξις , εως , ἡ , = foreg., τῆς λεπίδος Plu. 2.979c . ἀναχάρ-αξις,εως,ἡ,=foreg., A. τῆς λεπίδος Plu. 2.979c .
ἀνάχυλις , εως , ἡ , = σύμφυτον , Ps.- Dsc. 4.9 (dub., cf. ἀνάχυσις 111 ). ἀνάχυλις,εως,ἡ, A. = σύμφυτον , Ps.- Dsc. 4.9 (dub., cf. ἀνάχυσις 111 ).
ἀνδίκα: ὁ βόλος ( ἀνδικλόβολος cod.), δίκη ἡ ἐξ ὑπαρχῆς δικαζομένη παρὰ Ταραντίνοις (i.e. ἀνδίκα = ἀναδίκη ), Hsch. ἀνδίκα: ὁ βόλος(ἀνδικλόβολοςcod.),δίκη ἡ ἐξ ὑπαρχῆς δικαζομένη παρὰ Ταραντίνοις(i.e.
ἀνδρ-αλογία , ἡ , v. ἀνδρολογία. ἀνδρ-αλογία,ἡ, A. v. ἀνδρολογία.
ἀνδραγάθ-ησις , εως , ἡ , = sq., LXX 1 Ma. 5.56 . ἀνδραγάθ-ησις,εως,ἡ,=sq., LXX 1 Ma. 5.56 .
ἀνδραπόδ-ισις , εως , ἡ , = sq., X. Ap. 25 . ἀνδραπόδ-ισις,εως,ἡ,=sq., X. Ap. 25 .
man-stealing, kidnapping, ἀνδραποδ-ιστικός,ή,όν, A. = -ιστήριος :ἡ-κή(sc.τέχνη)man-stealing, kidnapping, Pl. Sph. 222c .Adv., Sup. -ιστικώτατα Eup. 396 .
ἀνδραφυστεῖν: φεύγειν, ἤ ἐπὶ φόνῳ διώκειν, Hsch. ἀνδραφυστεῖν: φεύγειν, ἤ ἐπὶ φόνῳ διώκειν, Hsch.
ἀνδρειότης , ητος , ἡ , = ἀνδρεία , X. An. 6.5.14 , Ti.Locr. 103d . ἀνδρειότης,ητος,ἡ, A. = ἀνδρεία , X. An. 6.5.14 , Ti.Locr. 103d .
ἀνδριαντο-ποιϊκή (sc. τέχνη ), ἡ , = foreg., Arist. Ph. 195a6 , Metaph. 1013b6 ( v.l. -ποιητική , which is found in Id. PA 640a30 , Ocell. 2.3 ). ἀνδριαντο-ποιϊκή(sc.τέχνη),ἡ,=foreg., Arist. Ph. 195a6
ἀνδρο-γῠνία , ἡ , Pythag. , = πεντάς , i.e. odd and even ( 3 + 2 ), Theol.Ar. 32 . ἀνδρο-γῠνία,ἡ, Pythag. , A. = πεντάς , i.e. odd and even ( 3 + 2 ), Theol.Ar. 32 .
ἀνδρό-θηλυς , υδος , ὁ , ἡ , = ἀνδρόγυνος 1 , Philostr. VS 1.8 . ἀνδρό-θηλυς,υδος,ὁ,ἡ, A. = ἀνδρόγυνος 1 , Philostr. VS 1.8 .
ἀνδρο-λήμη , ἡ , ̔λῆμἀ = ἀνδρόβουλος , Hsch. ἀνδρο-λήμη,ἡ , ̔λῆμἀ A. = ἀνδρόβουλος , Hsch.
ἀνδρο-λογία , ἡ : κατ' ἀνδρολογίαν, κατ' ἀνδραλογίαν, κατ' ἀνδρολογεῖον, ff.ll. in LXX 2 Ma. 12.43 for κατ' ἄνδρα λογείαν. ἀνδρο-λογία,ἡ:κατ' ἀνδρολογίαν, κατ' ἀνδραλογίαν, κατ' ἀνδρολογεῖον,ff.ll. in
ἀνδροσύνη , ἡ , = ἀνδρεία , Orac. ap. D.S. 7.12 . ἀνδροσύνη,ἡ, A. = ἀνδρεία , Orac. ap. D.S. 7.12 .
ἀνειδωλοποί-ησις , εως , ἡ , S.E. P. 3.189 . ἀνειδωλοποί-ησις,εως,ἡ, S.E. P. 3.189 .
ἀνεικία , ἡ , Pythag. , = πεντάς , as reconciling the feud of odd and even ( 3 + 2 ), Theol.Ar. 27 ,al.; cf. ἀνικία. also = ἐννεάς , ib. 57 . ἀνεικία,ἡ, Pythag. , A. = πεντάς , as reconciling the fe