γαλαξ-ήεις , εσσα , εν , = foreg., ῥέεθρα v.l. ib. 22.18 . γαλαξ-ήεις,εσσα,εν,=foreg.,ῥέεθρα v.l.ib. 22.18 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
γαλαξ-ήεις , εσσα , εν , = foreg., ῥέεθρα v.l. ib. 22.18 . γαλαξ-ήεις,εσσα,εν,=foreg.,ῥέεθρα v.l.ib. 22.18 .
γάλη: ἐξέδρας εἶδος, καὶ ἐν ᾗ (leg. γαλῆ ) γαλέα τὸ ζῷον , Hsch. γάλη: ἐξέδρας εἶδος, καὶ ἐν ᾗ(leg.γαλῆ)γαλέα τὸ ζῷον, Hsch.
γαναπέας: τελείας , and γαναπέα: πελία , Cyr. γανάσσας: καλῶς , Hsch. γαναυγέας: τέλειος ἐν τῷ ὁρᾶν , Id. γαναπέας: τελείας, andγαναπέα: πελία, Cyr. γανάσσας: καλῶς, Hsch. γαναυγέας: τέλειος ἐν τῷ ὁ
to be a husbandman, farmer γεωργ-έω, A. to be a husbandman, farmer, Pl. Lg. 805e , X. Oec. 14.2 , etc.; γ. ἐν τῇ γῇ And. 1.92 ; ἐν τῇ Νάξῳ Pl. Euthphr. 4c , etc.;γεωργεῖς ἐκ τούτωνyouhave become
γηράεις , εσσα , εν , = sq., Alc. Oxy. 1233.16 . γηράεις,εσσα,εν,=sq., Alc. Oxy. 1233.16 .
γλᾰγό-εις , εσσα , εν , = foreg., μαζοί AP 5.55 ( Diosc. ). milky, milk-white , Nic. Th. 923 , Opp. H. 4.113 . γλᾰγό-εις,εσσα,εν,=foreg., A. μαζοί AP 5.55 ( Diosc. ). 2. milky, milk-white, Nic. T
γλῠκόεις , εσσα , εν , = γλυκύς, ποτόν Nic. Al. 444 . γλῠκόεις,εσσα,εν, A. = γλυκύς, ποτόν Nic. Al. 444 .
knowing, experienced in δαήμ-ων,ον, gen.ονος, (δαῆναι) A. knowing, experienced ina thing, τέκτονος ἐν παλάμῃσι δαήμονος Il. 15.411 ; ἐν πάντεσς' ἔργοισι δαήμονα 23.671 : c. gen. rei, δαήμονι φωτὶ
δαιδαλ-όεις , εσσα , εν , = δαιδάλεος, τεύχεα Q.S. 1.141 ; βρέτας χρυσῷ δ. AP 9.332 ( Nossis ). δαιδαλ-όεις,εσσα,εν, A. = δαιδάλεος, τεύχεα Q.S. 1.141 ; βρέτας χρυσῷ δ. AP 9.332 (Nossis).
δᾰφοινήεις , εσσα , εν , later form of sq., Nonn. D. 1.425 . δᾰφοινήεις,εσσα,εν, later form of sq., Nonn. D. 1.425 .
δηλ-ήεις , εσσα , εν , = δηλήμων , Orph. A. 923 : neut. sg. δηλήειν prob. in Nic. Al. 42 . δηλ-ήεις,εσσα,εν, A. = δηλήμων , Orph. A. 923 : neut. sg.δηλήεινprob. in Nic. Al. 42 .
διαβουλ-ευείρ: ὁ ἐν τοῖς ἱστοῖς πρόβολος ( Lacon. ), Hsch. διαβουλ-ευείρ: ὁ ἐν τοῖς ἱστοῖς πρόβολος( Lacon. ), Hsch.
pass the day, διημερεύω, A. pass the day, μετά τινος Pl. Phd. 59d , X. Cyr. 7.5.53 ;ἔν τινιin a thing, ib. 86 , Isoc. 7.48 , D.S. 16.46 : c. dat., Thphr. Char. 8.14 codd.; ψυχαὶ ἐν τῷ τοῦ παντὸς θ
Δῐονῡσο-φόροι: ἀρχή τις ἐν Συρακούσαις, Hsch. Δῐονῡσο-φόροι: ἀρχή τις ἐν Συρακούσαις, Hsch.
search after, δῑφ-άω, onlypres., A. search after, πόντῳ ἐν ἰχθυόεντι . . τήθεα διφῶν Il. 16.747 ; τεὴν διφῶσα καλιήν Hes. Op. 374 ; ἐν οὔρεσι πάντα λαγωὸν διφᾷ Call. Epigr. 33 , cf. Fr. 165 ;δ
δνοφ-όεις , εσσα , εν , = δνοφερός, ὄμβρος Emp. 21.5 . δνοφ-όεις,εσσα,εν, A. = δνοφερός, ὄμβρος Emp. 21.5 .
δολῐχό-εις , εσσα , εν , Ion. δουλ- , = δολιχός , AP 6.4 ( Leon. ). δολῐχό-εις,εσσα,εν, Ion. δουλ-, A. = δολιχός , AP 6.4 ( Leon. ).
δουλῐχό-εις , εσσα , εν , Ion. for δολιχόεις. δουλῐχό-εις,εσσα,εν, Ion. forδολιχόεις.
δραγμᾶναι: αἱ ἐν ταῖς τοῦ ἐγκεφάλου κοιλότησι . . , Hsch. δραγμᾶναι: αἱ ἐν ταῖς τοῦ ἐγκεφάλου κοιλότησι. . , Hsch.
sickle, reaping-hook, δρεπάνη[ᾰ],ἡ,(δρέπω) A. sickle, reaping-hook, ἤμων ὀξείας δρεπάνας ἐν χερσὶν ἔχοντες Il. 18.551 , cf. AP 9.383.9 ;pruning-hook, ἐτρύγων . . δρεπάνας ἐν χ. ἔχ. Hes. Sc. 292
ἐγγᾱέω , = ἐνοικέω, ἐν τᾷ πόλι IG 4.853.26 ( Methana ). ἐγγᾱέω, A. = ἐνοικέω, ἐν τᾷ πόλι IG 4.853.26 (Methana).
to inaugurate ἐγκαινίζω, see: ἐνκ-. ἐν-καινίζω (Rec. ἐγκ-, see: ἐν), [in LXX: (to renew) 1Ki.11:14, 2Ch.15:8, Ps 50(51):10 (Br-m pi.); (to dedicate) Deu.20:5, 2Ch.7:5 (-^jn); Isa.16:11 41:1 45:16 (a
to ingraft ἐγκεντρίζω, see: ἐνκ-. ἐν-κεντρίζω (Rec. ἐγρ-, see: ἐν; κεντρίζω, to graft), [in LXX: Wis.16:11 *;] to ingraft, graft in. figuratively, with accusative of person(s), Rom.11:17,19,23,24.†
hindrance ἐγκοπή, see: ἐνκ-. ἐν-κοπή (Rec. ἐγκ-, see: ἐν; T, ἐκκ-), -ῆς, ἡ (ἐγκόπτω) ; 1. an incision, a cutting, break. 2. Metaphorical, an interruption, a hindrance: 1Co.9:12.† (AS)