easy to cultivate εὐγεώργ-ητος,ον, A. easy to cultivate, Sch. S. Ant. 569 :—alsoεὐγέωργ-ος,ον, Scyl. 24 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
easy to cultivate εὐγεώργ-ητος,ον, A. easy to cultivate, Sch. S. Ant. 569 :—alsoεὐγέωργ-ος,ον, Scyl. 24 .
εὐγήθ-ητος , Dor. εὐγάθ- , ον , = foreg., Id. IT 212 (lyr.). εὐγήθ-ητος, Dor. εὐγάθ-,ον,=foreg., Id. IT 212 (lyr.).
εὐγλάγ-ετος [ ᾰ], ον , = sq., Luc. Trag. 110 . εὐγλάγ-ετος[ᾰ],ον ,=sq., Luc. Trag. 110 .
well-carved εὔγλυπτος,ον, A. well-carved, μέταλλον AP 7.363 :—alsoεὐγλύφᾰνος[ῠ],ον , Nonn. D. 34.228 ;εὐγλῠφής,ές , κάλαμοι AP 6.63.4 ( Damoch. ).
εὔγνητος , ον , = εὐγενής , Philox. 1 . εὔγνητος,ον, A. = εὐγενής , Philox. 1 .
well-nailed, well-fastened εὔγομφος,ον, A. well-nailed, well-fastened, πύλαι E. IT 1286 :—alsoεὐγόμφωτος,ον, Opp. H. 1.58 .
εὔδαος , ον , dub. sens. in Sammelb. 5199.2 . εὔδαος,ον, dub. sens. in Sammelb. 5199.2 .
εὐδεινός , ή , όν , later contr. of εὐδιεινός , Orph. H. 22.5 codd.: Comp. - ότερος An.Ox. 2.207 ; also εὐδινή ( v.l. - διεινή ) Str. 6.3.9 , cf. OGI 194.22 (Egypt, i B.C. ), Hsch. εὐδεινός,ή,όν, late
εὐδιά-βλητος , ον , = εὐδιάβολος , Arist. EE 1237b23 , Chrysipp.Stoic. 3.77 , S.E. M. 3.160 , Ptol. Tetr. 2 : Sup. , Eus. Mynd. 47 . εὐδιά-βλητος,ον, A. = εὐδιάβολος , Arist. EE 1237b23 , Chrysipp.S
εὐδιαίτερος , α , ον , irreg. Comp. of εὔδιος (q. v.). εὐδιαίτερος,α,ον, irreg. Comp. of εὔδιος(q. v.).
εὐδῑν-ός , όν , v. εὐδεινός . εὐδῑν-ός,όν, A. v. εὐδεινός .
εὐδιόδ-ευτος , ον , = sq., Plu. in Hes. 13 . εὐδιόδ-ευτος,ον,=sq., Plu. in Hes. 13 .
εὐδόμητος , ον , formed to expl. εὔδμητος , Eust. 782.24 . εὐδόμητος,ον, formed to expl.εὔδμητος, Eust. 782.24 .
εὐδύνᾰτος [ ῠ], ον , = foreg., Orph. H. 29.20 , al. εὐδύνᾰτος[ῠ],ον ,=foreg., Orph. H. 29.20 , al.
εὐέκ-καυστος , ον , = sq., Corn. ND 32 . εὐέκ-καυστος,ον,=sq., Corn. ND 32 .
εὐέκ-πλῠτος , ον , = εὐέκνιπτος , Poll. 1.44 . Act. , purging, relaxing , v.l. for εὐέκκριτος in Hp. Acut. 10 . εὐέκ-πλῠτος,ον, A. = εὐέκνιπτος , Poll. 1.44 . II. Act. ,purging, relaxing, v.l. for
εὐεκτ-ός , όν , = εὐέκτης , Sch. E. Hipp. 109 ( Comp. ). Adv. - τῶς , gloss on λίπα , Sch.D Il. 10.577 , Zonar. , prob. for εὐκτεῶς, = ὑγιῶς , Hsch. (cf. εὐεστότερος ). εὐεκτ-ός,όν, A. = εὐέκτης , S
εὐέλᾰτος , ον , gloss on εὐήλατος , Hsch. εὐέλᾰτος,ον, A. gloss on εὐήλατος , Hsch.
εὐεπ-έραστος , ον , v. εὐεπηρέαστος . εὐεπ-έραστος,ον, A. v. εὐεπηρέαστος .
εὐεπ-ήβολος , ον , cf. εὐεπίβολος . εὐεπ-ήβολος,ον, cf.εὐεπίβολος.
εὐεπί-δοτος , ον , = εὐένδοτος , Antyll. ap. Orib. 45.15.5 . εὐεπί-δοτος,ον, A. = εὐένδοτος , Antyll. ap. Orib. 45.15.5 .
εὐεπί-κλειστος , ον , gloss on εὐκλήϊς , Sch. Il. 24.318 . εὐεπί-κλειστος,ον, A. gloss on εὐκλήϊς , Sch. Il. 24.318 .
εὐέριος , ον , = εὔερος , Phot. s.v. εὔειρον : condemned by Phryn. 122 . εὐέριος,ον, A. = εὔερος , Phot. s.v. εὔειρον : condemned by Phryn. 122 .
εὔερος , ον , Att. form of εὔειρος (q. v.). εὔερος,ον, Att. form ofεὔειρος(q. v.).