ἀρυσμίη , ἡ , Ion. = ἀρρυθμία , Hsch. : ἄρυσμος ( = ἄρρυθμος ) : εὐσχήμων (leg. ἀσχήμων ), EM 151.1 . ἀρυσμίη,ἡ, Ion. A. = ἀρρυθμία , Hsch. :ἄρυσμος( = ἄρρυθμος ): εὐσχήμων(leg.ἀσχήμων), EM 151.1 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀρυσμίη , ἡ , Ion. = ἀρρυθμία , Hsch. : ἄρυσμος ( = ἄρρυθμος ) : εὐσχήμων (leg. ἀσχήμων ), EM 151.1 . ἀρυσμίη,ἡ, Ion. A. = ἀρρυθμία , Hsch. :ἄρυσμος( = ἄρρυθμος ): εὐσχήμων(leg.ἀσχήμων), EM 151.1 .
ἀρυστρίς [ ᾰ], ίδος , ἡ , = ἀρύταινα , AP 6.306 ( Aristo ). ἀρυστρίς[ᾰ],ίδος,ἡ, A. = ἀρύταινα , AP 6.306 (Aristo).
ἀρύταινα [ ᾰρῠ], ης , ἡ , fem. of ἀρυτήρ, Ar. Eq. 1092 , Antiph. 25.3 , Thphr. Char. 9.8 , PMagd. 33.3 (iii B. C.) . ἀρύταινα[ᾰρῠ],ης,ἡ,fem. ofἀρυτήρ, Ar. Eq. 1092 , Antiph. 25.3 , Thphr. Char. 9.8 ,
ἀρχαιρ-ετικός , ή , όν , = ἀρχαιρεσιακός, ἐκκλησία SIG 730.29 ( Olbia ), IGRom. 4.293a ii 69 (Pergam., ii B. C. ), AJA 18.326 (Sardes, 4 B.C.). ἀρχαιρ-ετικός,ή,όν, A. = ἀρχαιρεσιακός, ἐκκλησία SIG
ἀρχε-ζῶστις , ἡ , = ἄμπελος λευκή , Ps.- Dsc. 4.182 , Plin. HN 23.21 . ἀρχε-ζῶστις,ἡ, A. = ἄμπελος λευκή , Ps.- Dsc. 4.182 , Plin. HN 23.21 .
ἀρχι-θεώρησις , εως , ἡ , = sq., Is. Fr. 148 . ἀρχι-θεώρησις,εως,ἡ,=sq., Is. Fr. 148 .
ἀρχίς , ίδος , ή , fem. of ἄρχων, IG 12(5).909 , al. ( Tenos ). ἀρχίς,ίδος,ή, fem. ofἄρχων, IG 12(5).909 , al. (Tenos).
of ἀρχιτεκτον-ικός,ή,όν, A. oforfor an ἀρχιτέκτωνorhis business and art, Pl. Plt. 261c ; of persons,fit to be a master-builder, skilled in his art, Arist. Pol. 1282a3 . II. ἡ -κή(sc.τέχνηorἐπιστήμ
ἀρχολαβῶν: ἢ ἐργολαβῶν, Hsch. ἀρχολαβῶν: ἢ ἐργολαβῶν, Hsch.
ἀρχοντ-ίς , ίδος , ἡ , fem. of ἄρχων, Cat.Cod.Astr. 2.177.8 . ἀρχοντ-ίς,ίδος,ἡ, fem. ofἄρχων, Cat.Cod.Astr. 2.177.8 .
aromatic, ἀρωμᾰτ-ικός,ή,όν, A. aromatic, δυνάμεις Dsc. 2.171 , Plu. 2.383f ;-κόν,τό,ib. 791b ;-κή(sc.ὠνή),ἡ,contract for supply of spices, Röm.Mitt. 13.121 .
ἀρωμᾰτ-ίτης , ου , ὁ , fem. ἀρωμᾰτ-ῖτις , ιδος , ἡ , = ἀρωματικός, οἶνος Id. 5.54 ; σχοῖνος Str. 16.2.16 . ἀρωμᾰτ-ίτης,ου,ὁ, fem.ἀρωμᾰτ-ῖτις,ιδος,ἡ, A. = ἀρωματικός, οἶνος Id. 5.54 ; σχοῖνος Str.
ἀρωνία , ἡ , = ἄρον , corrupt in Phan. ap. Ath. 9.371d . = μέσπιλον , Dsc. 1.118 . ἀρωνία,ἡ, A. = ἄρον , corrupt in Phan. ap. Ath. 9.371d . 2. = μέσπιλον , Dsc. 1.118 .
ἄρωσις , εως , ἡ , = ἄροσις , POxy. 280.16 (i A. D.) . ἄρωσις,εως,ἡ, A. = ἄροσις , POxy. 280.16 (i A. D.).
ἀσάλειν [ σᾰ]: ἀφροντισθῆναι, σάλα γὰρ ἡ φροντίς, Hsch. ἀσάλειν[σᾰ]: ἀφροντισθῆναι, σάλα γὰρ ἡ φροντίς, Hsch.
ἀσβόλη , ἡ , = ἄσβολος , Semon. 7.61 , Dsc. 5.161 , Gal. 8.378 . ἀσβόλη,ἡ, A. = ἄσβολος , Semon. 7.61 , Dsc. 5.161 , Gal. 8.378 .
ἄσθμ-ησις , εως , ἡ , = ἄσθμα , Gloss. ἄσθμ-ησις,εως,ἡ, A. = ἄσθμα ,Gloss.
ἀσίαρος: ἐπισκάζων, ἢ ἀσίαρος: ἐπισκάζων, ἢ
Ἀσίς [ ᾱ], ίδος , ἡ , v. Ἀσία. Ἀσίς[ᾱ],ίδος,ἡ, A. v. Ἀσία.
slime, mud, ἄσις[ᾰ],εως,ἡ, A. slime, mud, Il. 21.321 , Nic. Th. 176 ; ἐκ θαλάσσης Charito 2.2 ; cf.ἄσις: κόνις, ἢ εἶδος ὀρνέου, Hsch.
ἀσκ-ήτρια , ἡ , fem. of ἀσκητής 11 , ἀ. γυναῖκες Cat.Cod.Astr. 7.225.29 , cf. Anatolian Studies p.81 . ἀσκ-ήτρια,ἡ, fem. of A. ἀσκητής11, ἀ. γυναῖκες Cat.Cod.Astr. 7.225.29 , cf. Anatolian Studies
ἀσκᾰμωνία , ἡ , = σκαμωνία , Gp. 12.19.18 , Hippiatr. 31 , Suid. ἀσκᾰμωνία,ἡ, A. = σκαμωνία , Gp. 12.19.18 , Hippiatr. 31 , Suid.
ἀσκεία , ἡ , ̔ἀσκέὠ = ἄσκησις , Hsch. ἀσκεία,ἡ , ̔ἀσκέὠ A. = ἄσκησις , Hsch.
ἄσκη , ἡ , = ἄσκησις , Pl.Com. 234 . ἄσκη,ἡ, A. = ἄσκησις , Pl.Com. 234 .