ζωο-γράφος [ ᾰ], ον , poet. for ζωγρ- , Theoc. 15.81 ( v.l. ζῳο- ). ζωο-γράφος[ᾰ],ον , poet. forζωγρ-, Theoc. 15.81 ( A. v.l. ζῳο- ).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ζωο-γράφος [ ᾰ], ον , poet. for ζωγρ- , Theoc. 15.81 ( v.l. ζῳο- ). ζωο-γράφος[ᾰ],ον , poet. forζωγρ-, Theoc. 15.81 ( A. v.l. ζῳο- ).
ζωογον-ικός , ή , όν ,= ζωογονητικός , Ph. 2.148 , Procl. Inst. 155 ; νοῦς Dam. Pr. 272 . Adv. -κῶς Procl. in Alc. p.52C. ζωογον-ικός,ή,όν,=ζωογονητικός, Ph. 2.148 , Procl. Inst. 155 ; A. νοῦς Dam.
life-giving, ζωόφορ-ος,ον, A. life-giving, IG 3.171 ; ἄνεμοι AP 9.765 (Paul. Sil.). II. ζῳοφόρος,ον,bearing animals: and so, 1. bearing the figures of animals, sculptured, πίνακες D.S. 18.26 ;
ζωόφῠτ-ος , ον ,= ζώφυτος 11 , μέρη Plu. 2.701c . ζωόφῠτον , τό , zoöphyte , S.E. P. 1.41 codd. = ἀείζωον τὸ μέγα Ps.- Dsc. 4.88 . ζωόφῠτ-ος,ον,= A. ζώφυτος 11 , μέρη Plu. 2.701c . II. ζωόφῠτον
ζώφορ-ος , ον , ̔φέρὠ = ζωοφόρος (q.v.). ζώφορ-ος,ον , ̔φέρὠ A. = ζωοφόρος (q.v.).
ἡβ-ικός , ή , όν , = ἡβητικός, ἡλικία Gal. 16.655 (with v.ll.), Steph. in Hp. 2.373 D. ἡβ-ικός,ή,όν, A. = ἡβητικός, ἡλικία Gal. 16.655 (with v.ll.), Steph. in Hp. 2.373 D.
ἡδᾰνός , ή , όν , = ἡδύς , etym. of ἑδανός , Eust. 974.53 . ἡδᾰνός,ή,όν, A. = ἡδύς , etym. ofἑδανός, Eust. 974.53 .
ἡδυ-λάλος [ ᾰ], ον ,= ἡδυλόγος, φθόγγοι IG 12(7).95.4 ( Amorgos ). ἡδυ-λάλος[ᾰ],ον ,= A. ἡδυλόγος, φθόγγοι IG 12(7).95.4 (Amorgos).
ἡδύ-οδμος [ῠ] , Dor. ἁδ- , ον ,= ἡδύοσμος, οἶνος Hp. Mul. 1.34 ; ἔαρ Simon. 74 . ἡδύ-οδμος [ῠ], Dor. ἁδ-,ον,= A. ἡδύοσμος, οἶνος Hp. Mul. 1.34 ; ἔαρ Simon. 74 .
ἡδύ-πνευστος , ον ,= ἡδύπνοος , AP 5.117 (Marc. Arg.). ἡδύ-πνευστος,ον,=ἡδύπνοος, AP 5.117 (Marc. Arg.).
ἡδύλος [ ῠ], η , ον , Dim. of ἡδύς , only as pr. n. (exc. A.D. Adv. 172.1 , EM 742.52 ). ἡδύλος[ῠ],η,ον , Dim. of ἡδύς, only as pr. n. (exc. A.D. Adv. 172.1 , EM 742.52 ).
ἠθάδιος [ ᾰ], ον , poet. for ἠθάς , Opp. C. 1.448 . ἠθάδιος[ᾰ],ον , poet. forἠθάς, Opp. C. 1.448 .
ἠθαῖος , α , ον , Dor. for ἠθεῖος , Pi. I. 2.48 . ἠθαῖος,α,ον, Dor. forἠθεῖος, Pi. I. 2.48 .
idle, vain ἠλῐ́θῐ-ος, Dor. ἀλ-,α,ον, alsoος,ον Hdt. 1.60 : ( A. ἤλιθα 11 ):—idle, vain, χόλος Pi. P. 3.11 ; βέλος A. Ag. 366 (anap.); ὁδός Theoc. 16.9 . II. foolish, silly, εὐηθίη Hdt. 1
ἠλῐθοποιός , όν , gloss on ἠλεός , Sch. Od. 14.464 . ἠλῐθοποιός,όν, A. gloss on ἠλεός , Sch. Od. 14.464 .
ἡλιό-βᾰτος , ον , coined as etym. of ἠλίβατος , EM 427.45 . ἡλιό-βᾰτος,ον, coined as etym. ofἠλίβατος, EM 427.45 .
ἡλιό-καυστος , Dor. ἁλ- , ον , ̔καίὠ = ἡλιοκαής , Theoc. 10.27 , Dsc. 2.2 . ἡλιό-καυστος, Dor. ἁλ-,ον , ̔καίὠ A. = ἡλιοκαής , Theoc. 10.27 , Dsc. 2.2 .
Ἡλιο-τρόπιος , ον , belonging to foreg. 1 , ξύλον Theb.Ostr. 144.1 (i A.D.) . v. Ἁλιοτρόπιος . Ἡλιο-τρόπιος,ον, belonging to foreg. 1 , A. ξύλον Theb.Ostr. 144.1 (i A.D.). II. v. Ἁλιοτρόπιος .
Ἠλύσιος , α , ον , Elysian , αὖραι IG 14.1389i22 ; χοροστασίαι ib. 58 . Ἠλύσιος,α,ον,Elysian, A. αὖραι IG 14.1389i22 ;χοροστασίαιib. 58 .
of the day ἡμερ-ήσιος, Dor. ἁμ-,α,ον, alsoος,ον Plb. 9.13.6 , Str. 7.1.5 , Gem. 18.4 : (ἡμέρα):— A. of the day,τὰ ἡ. Hp. Mul. 1.11 ; ὕπνοι Democr. 212 ;ἡ. φάοςlightas of the day, A. Ag. 22 ; θεοί
ἡμερο-ποιός , όν , Gloss. ἡμερο-ποιός,όν,Gloss.
ἡμερό-φυλλος , ον ,= ἥμερος, ἐλαία Isyll. 20 ( Dor. with ἡμ- ). ἡμερό-φυλλος,ον,= A. ἥμερος, ἐλαία Isyll. 20 ( Dor. withἡμ-).
tame ἥμερος, Dor. ἅμ-, in codd. of Pi. (v. infr.) and A. (v. infr.), butἥμ- Tab.Heracl. 1.172 ,ον, alsoα,ον Hdt. 5.82 , Pi. N. 9.44 , etc. (v. infr. 11 ). 1. tame, of animals, χῆνα φέρων . . ἥμερο
ἡμετέρειος , ον ,= ἡμεδαπός , Anacr. 71 , Anaxandr. 9 . ἡμετέρειος,ον,=ἡμεδαπός, Anacr. 71 , Anaxandr. 9 .