κράν-τωρ , ορος , ὁ , = κραντήρ, κ. ἐλευθερίας Epigr. ap. Paus. 8.52.6 . ruler, sovereign , E. Andr. 508 (lyr.), AP 6.116 ( Samos ). κράν-τωρ,ορος,ὁ, A. = κραντήρ, κ. ἐλευθερίας Epigr. ap. Paus. 8.5
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κράν-τωρ , ορος , ὁ , = κραντήρ, κ. ἐλευθερίας Epigr. ap. Paus. 8.52.6 . ruler, sovereign , E. Andr. 508 (lyr.), AP 6.116 ( Samos ). κράν-τωρ,ορος,ὁ, A. = κραντήρ, κ. ἐλευθερίας Epigr. ap. Paus. 8.5
κρᾰπᾰτᾰλίας , ὁ , = ληρώδης , Pherecr. 99 . κρᾰπᾰτᾰλίας,ὁ, A. = ληρώδης , Pherecr. 99 .
κρᾰτ-ήτωρ , ορος , ὁ , = κρατητής , word coined by Alexarchus, Heraclid.Lemb. 5 . Astrol., ruling star , Ptol. Tetr. 198 . κρᾰτ-ήτωρ,ορος,ὁ, A. = κρατητής , word coined by Alexarchus, Heraclid.Lemb.
κρᾰται-γών , όνος , ὁ , = κράταιγος , Thphr. HP 3.15.6 . κρᾰται-γών,όνος,ὁ, A. = κράταιγος , Thphr. HP 3.15.6 .
Κράτης , ὁ , mystical title, PMag.Leid.V. 7.18 . Κράτης,ὁ, mystical title, PMag.Leid.V. 7.18 .
κρᾰτησῐ-βίας , ὁ , = κραταίβιος , Pi. Fr. 16 . κρᾰτησῐ-βίας,ὁ, A. = κραταίβιος , Pi. Fr. 16 .
κρᾰτιστ-ής , οῦ , ὁ , = κρατητής, ὦ βασιλέων κύριοι καὶ κρατισταί PMag.Leid.V. 7.15 . κρᾰτιστ-ής,οῦ,ὁ, A. = κρατητής, ὦ βασιλέων κύριοι καὶ κρατισταί PMag.Leid.V. 7.15 .
κραῦγ-αρ: ὁ ἰσχυρός , Hsch. κραῦγ-αρ: ὁ ἰσχυρός, Hsch.
κραυγ-ᾰσίδης , ου , ὁ , as if a Patron. of κραύγασος , Croaker , name of a frog in Batr. 243 . κραυγ-ᾰσίδης,ου,ὁ, as if a Patron. ofκραύγασος,Croaker, name of a frog in Batr. 243 .
κραύγαζος , ὁ , = κραύγασος , Ptol. Tetr. 164 . κραύγαζος,ὁ, A. = κραύγασος , Ptol. Tetr. 164 .
κρεῖος , ὁ , v. κριός 111 , VII. κρείουσα , ἡ , v. κρείων . κρεῖος,ὁ, A. v. κριός 111 , VII.κρείουσα,ἡ, v. κρείων .
κρεο-δότης , ου , ὁ , = κρεοδαίτης , CIG 4485 ( Palmyra ), Suid. κρεο-δότης,ου,ὁ, A. = κρεοδαίτης , CIG 4485 (Palmyra), Suid.
κρημν-ισμός , ὁ , = foreg., Ptol. Tetr. 151 , Doroth.in Cat.Cod.Astr. 5(3).84 (pl.). κρημν-ισμός,ὁ,=foreg., Ptol. Tetr. 151 , Doroth.in Cat.Cod.Astr. 5(3).84 (pl.).
κρημοφόρος , ὁ , dub. sens., οἰνοχόαι καὶ κρημοφόροι IG 22.1425.358 . κρημοφόρος,ὁ, dub. sens., A. οἰνοχόαι καὶ κρημοφόροι IG 22.1425.358 .
κρηπῑδ-ουργός , οῦ , ὁ , = foreg., Din. Fr. 89.20 . κρηπῑδ-ουργός,οῦ,ὁ,=foreg., Din. Fr. 89.20 .
κρητήρ , ῆρος , ὁ , Ion. and Ep. for κρατήρ (q.v.). κρητηρίζω , v. κρατηρίζω . κρητήρ,ῆρος,ὁ, Ion. and Ep. forκρατήρ(q.v.).κρητηρίζω, A. v. κρατηρίζω .
baked in a pan κρῑβᾰν-ίτης[νῑ],ου,ὁ , A. baked in a pan(κρίβανος), of bread, Ar. Fr. 125 , Epich. 52 , Amips. 5 , Sophr. 27 (alsoκλ- Id. 28 ), Gal. 6.489 , etc.;ὁ κ.(sc.ἄρτος)loaf so baked, Ar. Ach.
κριξός , ὁ , Dor. for κιρσός (q.v.). κριξός,ὁ, Dor. forκιρσός(q.v.).
κρῑο-γενής , ὁ , name of a lozenge, Paul.Aeg. 4.41 , 7.12 . κρῑο-γενής,ὁ, name of a lozenge, Paul.Aeg. 4.41 , 7.12 .
κρῑό-θεος , ὁ , = ἀμμωνιακόν , Ps.- Dsc. 3.84 . κρῑό-θεος,ὁ, A. = ἀμμωνιακόν , Ps.- Dsc. 3.84 .
κρισσ-ός , ὁ , = κιρσός , Andreas ap. Dsc. 4.118 , Hippiatr. 77 , Hsch. knot in oaks from which mistletoe springs, Id. κρισσ-ός,ὁ, A. = κιρσός , Andreas ap. Dsc. 4.118 , Hippiatr. 77 , Hsch. II. kn
κρῐτ-ήρ , ῆρος , ὁ , = κριτής , IG 4.493 ( Mycenae ). interpreter of dreams, Nic.Dam. 66.9J. f.l. for κραντήρ (q.v.), Arist. ap. EM 742.37 . κρῐτ-ήρ,ῆρος,ὁ, A. = κριτής , IG 4.493 (Mycenae). II. in
κρόβαλος: ὁ μαλλὸς τῶν παιδίων, καὶ αἱ τρίχες τῶν αἰδοίων , Hsch. κροβάντιον: πολίον , Id. κρόβαλος: ὁ μαλλὸς τῶν παιδίων, καὶ αἱ τρίχες τῶν αἰδοίων, Hsch. κροβάντιον: πολίον, Id.
κροκο-δῑλίτης [ῑτ] (sc. λόγος ), ου , ὁ , a sophistic fallacy, Chrysipp.Stoic. 2.93 . κροκο-δῑλίτης [ῑτ](sc.λόγος),ου,ὁ, a sophistic fallacy, Chrysipp.Stoic. 2.93 .