ἡσῠ́χ-ιμος , Dor. ἁσ- ( v.l. ἡσ- ), ον , = ἥσυχος, ἁμέρα Pi. O. 2.32 . ἡσῠ́χ-ιμος, Dor. ἁσ-(v.l. ἡσ-),ον, A. = ἥσυχος, ἁμέρα Pi. O. 2.32 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἡσῠ́χ-ιμος , Dor. ἁσ- ( v.l. ἡσ- ), ον , = ἥσυχος, ἁμέρα Pi. O. 2.32 . ἡσῠ́χ-ιμος, Dor. ἁσ-(v.l. ἡσ-),ον, A. = ἥσυχος, ἁμέρα Pi. O. 2.32 .
θᾱητός , ή , όν , Dor. for θηητός (q. v.). θᾱητός,ή,όν, Dor. forθηητός(q. v.).
of θᾰλᾰμ-ήϊος,η , ον(-ος,ον , A.R. 4.1130 ), A. oforbelonging to a θάλαμος,fit for building one, δοῦρα Hes. Op. 807 . II. bridal,εὐνήA.R.l.c.;ὕμνοςEpigr. ap. Luc. Symp. 41 .
θᾰλασσ-αῖος , α , ον , = θαλάσσιος, δῖναι Simon. 57.4 , cf. Pi. P. 2.50 : θαλάσσειος , θεά Trag. or Com.Adesp. in PLit.Lond. 84.16 ; dub. in Orib. 14.62.1 . dyed purple , Tryph. 345 . θᾰλασσ-αῖος,α,ον
θᾰλασσ-ίδιος , α , ον , = θαλάσσιος, χῶροι Hdt. 4.199 . θᾰλασσ-ίδιος,α,ον, A. = θαλάσσιος, χῶροι Hdt. 4.199 .
of, in, on θᾰλάσσ-ιος, later Att. θᾰλάσσ-ττιος,α,ον, alsoος,ον E. IT 236 : (θάλασσα):— A. of, in, on, orfrom the sea, οὔ σφι θ. ἔργα μεμήγει Il. 2.614 ; κορῶναι εἰνάλιαι, τῇσίν τε θ. ἔργα μέμηλεν
living on θᾰλασσο-βίωτος[ῐ],ον , A. living onorby the sea, App. Pun. 89 :—alsoθᾰλασσό-βῐος,ον, Sch. Opp. H. 2.1 .
made to wander o'er the sea, seatost θᾰλασσό-πλαγκτος,ον, (πλάζω) A. made to wander o'er the sea, seatost, of ships, A. Pr. 467 ; of a corpse, E. Hec. 782 :—alsoθᾰλασσο-πλάνητος[πλᾰ],ον , Sch. Opp. H
θᾰλασσό-πλοος , ον , contr. θᾰλασσό-πλους , ουν , gloss on ποντοπόρος , Hsch. θᾰλασσό-πλοος,ον, contr. θᾰλασσό-πλους,ουν, A. gloss on ποντοπόρος , Hsch.
θᾰλασσο-πόρφῠρος , ον , = ἁλιπόρφυρος , Suid. s.v. ἁλουργά , AB 379 . θᾰλασσο-πόρφῠρος,ον, A. = ἁλιπόρφυρος , Suid. s.v. ἁλουργά , AB 379 .
θᾰλασσο-τείχιστος , ον , gloss on ἁλιερκής , Sch. Pi. O. 8.34 . θᾰλασσο-τείχιστος,ον, A. gloss on ἁλιερκής , Sch. Pi. O. 8.34 .
θαλπ-εινός , ή , όν ,= θαλπνός , but as gloss on ἰσχνόν , EM 479.22 . θαλπ-εινός,ή,όν,=θαλπνός, but as A. gloss on ἰσχνόν , EM 479.22 .
θᾰνᾰτ-ήριος , ον , v. θανατήσιος . θᾰνᾰτ-ήριος,ον, A. v. θανατήσιος .
θᾰνᾰτοφόρος , ον ,= θανατηφόρος, πάθη A. Ag. 1176 (lyr.). θᾰνᾰτοφόρος,ον,= A. θανατηφόρος, πάθη A. Ag. 1176 (lyr.).
wonderful, marvellous θαυμάσι-ος[ᾰ],α,ον , Ion. θωμ-, rarelyος,ον Luc. Im. 19 : (v.θαῦμα):— A. wonderful, marvellous, ὄσσα h.Merc. 443 ; χάρις Hes. Th. 584 (nisi neut. pl.); [ ὁδὸς] θωμασιωτέρη
marvelous θαυμάσι-ος [ᾰ], α, ον, Ionic dialect θωμ-, rarely ος, ον [[ 2nd c.AD: Lucianus Sophista “Im.” 19: (see. θαῦμα)] Refs 2nd c.AD+]:— wonderful, marvellous, ὄσσα [[ “hymnus ad Mercurium” 443; χ
θεαστικός , ή , όν , ̔θεάζὠ = ἐνθουσιαστικός, βῆμα Mim.Oxy. 413.91 . θεαστικός,ή,όν , ̔θεάζὠ A. = ἐνθουσιαστικός, βῆμα Mim.Oxy. 413.91 .
θεη-δόχος , ον , poet. for θεοδόχος , Nonn. D. 13.96 . θεη-δόχος,ον, poet. forθεοδόχος, Nonn. D. 13.96 .
θεημάχος [ ᾰ], ον , poet. for θεομ- , AP 9.769 ( Agath. ); φῦλα Γιγάντων Procl. H. 7.8 . θεημάχος[ᾰ],ον , poet. forθεομ-, AP 9.769 ( Agath. ); A. φῦλα Γιγάντων Procl. H. 7.8 .
θεϊκός , ή , όν , late form for θεῖος (A), θρησκεία Cat.Cod.Astr. 1.116 ; σοφία MAMA 1.228 (Laodicea Combusta). θεϊκός,ή,όν, late form forθεῖος(A), A. θρησκεία Cat.Cod.Astr. 1.116 ; σοφία MAMA 1.
θεϊνός , ή , όν ,= θῖνος (q.v.), GDI 4940.26 ( Crete ). θεϊνός,ή,όν,=θῖνος(q.v.), GDI 4940.26 (Crete).
θειό-δμητος , ον ,= θεό- , AP 9.157 ( v.l. θεοδηλήτου ). θειό-δμητος,ον,=θεό-, AP 9.157 ( A. v.l. θεοδηλήτου ).
θελεμός , όν , epith. of πῶμα , A. Supp. 1027 (lyr.): glossed by οἰκτρόν, ἥσυχον , Hsch. ; but,= θελημός , acc. to Hdn.Gr. 1.171 , cf. EM 103.48 . Adv. -μῶς Hsch. θελεμός,όν, epith. ofπῶμα, A. Supp. 1
θελκ-τικός , ή , όν ,= foreg., δύναμις Sch. E. Or. 211 . θελκ-τικός,ή,όν,= foreg.,δύναμιςSch. E. Or. 211 .