to impede ἐγκόπτω, see: ἐνκ-. ἐν-κόπτω (Rec. ἐγκ-, see: ἐν; and in I Pe, l.with, ἐκκ-); 1. to cut into (as in breaking up a road), hence, 2. to hinder: with accusative Act.24:4, 1Th.2:18, . inf., Ga
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
to impede ἐγκόπτω, see: ἐνκ-. ἐν-κόπτω (Rec. ἐγκ-, see: ἐν; and in I Pe, l.with, ἐκκ-); 1. to cut into (as in breaking up a road), hence, 2. to hinder: with accusative Act.24:4, 1Th.2:18, . inf., Ga
to classify ἐγ-κρίνω, see: ἐνκ-. ἐν-κρίνω (Rec. ἐγκ-, see: ἐν), to reckon among : ἑαυτούς, 2Co.10:12.† (AS)
ἑδρήεις , εσσα , εν , = ἑδραῖος , Hsch. ἔδρησα , Ion. aor. 1 of δράω . ἑδρήεις,εσσα,εν, A. = ἑδραῖος , Hsch. ἔδρησα, Ion. aor. 1ofδράω.
εἰᾰρό-εις , εσσα , εν , poet., = ἐαρινός , Man. 4.275 . εἰᾰρό-εις,εσσα,εν, poet., A. = ἐαρινός , Man. 4.275 .
εἰλήϊον: ἐν ἡλίῳ θερμανθέν , Hsch. εἰλήϊον: ἐν ἡλίῳ θερμανθέν, Hsch.
εἰνᾰλίδῑνος [ λῐ], η , ον , = ἐν ἁλὶ δινεύων, αἴθυιαι Arat. 918 . εἰνᾰλίδῑνος[λῐ],η,ον, A. = ἐν ἁλὶ δινεύων, αἴθυιαι Arat. 918 .
εἰνί , Ep. (metri gr.) for ἐνί, = ἐν (q.v.). εἰνί, Ep. (metri gr.) forἐνί, A. = ἐν (q.v.).
fasten together in rows, string εἴρω(A),aor. εἶρα(v. infr.), alsoἔρσα(v.διείρω):— Pass. ,pf. part. ἐρμένος(ἐν-) Hdt. 4.190 ; Ep. ἐερμένος(v. infr.):—mostly in compds.,ἀν-, δι-, ἐν-, ἐξ-, συν-είρω:—
ἕκτρας: ἐν ῥυμῷ πάσσαλος , Hsch. (leg. ἕκτρα: ὁ ). ἕκτρας: ἐν ῥυμῷ πάσσαλος, Hsch. (leg.ἕκτρα: ὁ).
ἐλάεως: ἀμπέλου εἶδος , Hsch. ἐλαθερής , ές , = εἰληθερής , Id. ἐλαθρά: ἐλαφρά, ἢ ἐν ἐλαίῳ ἑφθά , Id. ἐλάεως: ἀμπέλου εἶδος, Hsch. ἐλαθερής,ές, A. = εἰληθερής , Id.ἐλαθρά: ἐλαφρά, ἢ ἐν ἐλαίῳ ἑφθά,
ἐλειθερεῖ: εὐδία , and ἐλειθερεῖς ( ἐλειτεθ- cod.) : ἐν ἡλίῳ τιθέμενοι ἢ θερμοί , Hsch. ; cf. εἱληθερής . ἐλειθερεῖ: εὐδία, andἐλειθερεῖς(ἐλειτεθ-cod.): ἐν ἡλίῳ τιθέμενοι ἢ θερμοί, Hsch. ; cf.εἱληθερή
ἑλλά , ἡ , Lacon. for καθέδρα , Hsch. :—also Ἕλλα: Διὸς ἱερὸν ἐν Δωδώνῃ , Id. ἑλλά,ἡ, Lacon. forκαθέδρα, Hsch. :—alsoἝλλα: Διὸς ἱερὸν ἐν Δωδώνῃ, Id.
Ἑλλοί: Ἕλληνες οἱ ἐν Δωδώνη, καὶ οἱ ἱερεῖς , Hsch. ; cf. Σελλοί . Ἑλλοί: Ἕλληνες οἱ ἐν Δωδώνη, καὶ οἱ ἱερεῖς, Hsch. ; cf.Σελλοί.
ἔλλυες: ζῷα ἐν τῷ Σμαράγδῳ ποταμῷ , Hsch. ἔλλυες: ζῷα ἐν τῷ Σμαράγδῳ ποταμῷ, Hsch.
ἐμ , = ἐν , before labials. ἐμ, A. = ἐν , before labials.
ἐμμον-εύω ,= ἐμμένω, ἐν τῷ γυμνασίῳ δι' ἐνιαυτοῦ IG 12(9).235 ( Eretria ). ἐμμον-εύω,= A. ἐμμένω, ἐν τῷ γυμνασίῳ δι' ἐνιαυτοῦ IG 12(9).235 (Eretria).
ἐμπασέντας: ἀρχεῖόν τι ἐν Λακεδαίμονι , Hsch. ἐμπασέντας: ἀρχεῖόν τι ἐν Λακεδαίμονι, Hsch.
ἐμπλᾰτ<ε>ιάσασα: ἐν πλατείαις τύπτουσα ταῖς Χερσὶν ἢ τρυφερ<ευ> ομένη , Hsch. ἐμπλᾰτ<ε>ιάσασα: ἐν πλατείαις τύπτουσα ταῖς Χερσὶν ἢ τρυφερ<ευ>ομένη , Hsch.
to breath into ἐν-πνέω, -ῶ (Rec. ἐμπ-, see: ἐν) [in LXX: Deu.20:16, Jos.10:28 ff. Jos.11:11, 14 (ptcp. neut., for נֶפֶשׁ, נְשָׁמָה), Wis.15:11 * ;] __1. to breathe on. __2. to breathe; __(a) absol
ἐμφρύγω , = φρύγω ἐν , Ael. NA 14.18 :—also ἐμφρύττω , Poll. 6.64 . ἐμφρύγω, A. = φρύγω ἐν , Ael. NA 14.18 :—alsoἐμφρύττω, Poll. 6.64 .
produce in ἐνᾰέξω,aor. ἐνηέξησα, A. produce in, ἀρούραις Nic. Al. 102 ; ἐν μὲν ὰέξειν ποίην, ἐν δὲ νομούς D.P. 998 .
ἐναθύρω [ῡ] , = ἀθύρω ἐν, Χοροῖς καὶ μέλεσι Him. Or. 21.8 , cf. 4.9 . ἐναθύρω [ῡ], A. = ἀθύρω ἐν, Χοροῖς καὶ μέλεσι Him. Or. 21.8 , cf. 4.9 .
ἐναιμ-ήεις , εσσα , εν , = sq., κέντρα μύωπος AP 6.233 ( Maec. ). ἐναιμ-ήεις,εσσα,εν,=sq., A. κέντρα μύωπος AP 6.233 ( Maec. ).
ἐνᾰλῐταίνω , = ἀλιταίνω ἐν , aor. 2 ἐνήλῐτον Q.S. 13.400 , 14.436 . ἐνᾰλῐταίνω, A. = ἀλιταίνω ἐν ,aor. 2 ἐνήλῐτον Q.S. 13.400 , 14.436 .