ἱστοριογρᾰφ-ικός , ή , όν ,= ἱστορικός 11 , Sch. D.T. p.167 H. ἱστοριογρᾰφ-ικός,ή,όν,= A. ἱστορικός 11 , Sch. D.T. p.167 H.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἱστοριογρᾰφ-ικός , ή , όν ,= ἱστορικός 11 , Sch. D.T. p.167 H. ἱστοριογρᾰφ-ικός,ή,όν,= A. ἱστορικός 11 , Sch. D.T. p.167 H.
ἰσχῐ-ᾰκός , ή , όν ,= ἰσχιαδικός , Thphr. Fr. 87 , Cat.Cod.Astr. 7.241 . ἰσχῐ-ᾰκός,ή,όν,=ἰσχιαδικός, Thphr. Fr. 87 , Cat.Cod.Astr. 7.241 .
ἰσχῡρο-κάρδιος , ον , gloss on τλήθυμος , Id. ἰσχῡρο-κάρδιος,ον, A. gloss on τλήθυμος , Id.
ἰσχῡροσώματος , ον , gloss on ὀβριμοεργός , Sch. Opp. H. 1.360 . ἰσχῡροσώματος,ον, A. gloss on ὀβριμοεργός , Sch. Opp. H. 1.360 .
ἴτηλος , η , ον , expld. by Hsch. as ἔμμονος, οὐκ ἐξίτηλος , A. Fr. 42 . ἴτηλος,η,ον, expld. by Hsch. asἔμμονος, οὐκ ἐξίτηλος, A. Fr. 42 .
stout, strong ἴφθῑμος,η,ον, alsoος,ον(v. infr.), A. stout, strong, of bodily strength,ὤμοις ἰ. Il. 18.204 ;κρατὶ ἐπ' ἰ. 3.336 ; ἰ. ποταμῶν 17.749 ; βοῶν ἴ. κάρηνα 23.260 ; of heroes,ἴ. ψυχαί, κεφ
ἴφικλος: δυσχερής , Hsch. : as pr. n., Il. 2.705 , al.:—hence Adj. , Ἰφίκλειος, α , ον , σφυρόν Call. Aet. 3.1.46 . ἴφικλος: δυσχερής, Hsch. : as pr. n., Il. 2.705 , al.:—henceAdj.,Ἰφίκλειος,α,ον, σφυ
ἰχθῠ-ϊκά , τά , Ostr. 343 (iii B.C.) :—also ἰχθῠ́-ϊνος , η , ον , Ael. NA 17.32 . ἰχθῠ-ϊκά,τά, Ostr. 343 (iii B.C.):—alsoἰχθῠ́-ϊνος,η,ον, Ael. NA 17.32 .
ἰχθυ-φάγος [ ῠ , ᾰ], ον ,= ἰχθυοφάγος , AP 9.83 ( Phil. ). ἰχθυ-φάγος[ῠ , ᾰ],ον ,=ἰχθυοφάγος, AP 9.83 ( Phil. ).
ἰχνηλ-ᾰτικός , ή , όν ,= ἰχνευτικός , Sch. S. Aj. 8 . ἰχνηλ-ᾰτικός,ή,όν,=ἰχνευτικός, Sch. S. Aj. 8 .
ἴψ-ηλος , α , ον , Aeol. for ὑψηλός , Lyr.Adesp. 60 . ἴψ-ηλος,α,ον, Aeol. forὑψηλός, Lyr.Adesp. 60 .
the Cadmeans Κάδμος,ὁ,Cadmus, Od. 5.333 , Hes. Th. 937 , etc.:—Adj. Καδμεῖος,α,ον, lon.Καδμήιος,η,ον,Cadmean, Hes. Th. 940 , etc.:—fem.Καδμηίς,ίδος,ἡ, h.Bacch. 57 , Hes. Op. 162 , Th. 1.12 , prob. in
καθεφθ-έος , α , ον , = sq., prob. cj. in Nic. Al. 573 ( κατεφθέος, καθεψίοιο, καθεψέος codd.). καθεφθ-έος,α,ον,=sq., prob. cj. in Nic. Al. 573 (κατεφθέος, καθεψίοιο, καθεψέοςcodd.).
day by day, daily καθημέρ-ιος, Dor. καθᾱμ-,α,ον, A. day by day, daily(καθ' ἡμέραν), neut. asAdv., E. Ph. 229 (lyr.);μοῖρα κ. S. El. 1414 (dub., lyr.):—later alsoκαθημερινός,ή,όν , δίαιτα LXX Ju. 1
καινο-σχήμων , ον , gen. ονος , = foreg., Id. 1479.57 , Sch.rec. S. Aj. 1398 . καινο-σχήμων,ον, gen.ονος,=foreg., Id. 1479.57 , Sch.rec. S. Aj. 1398 .
καίρ-ῐμος , η , ον , = καίριος , dub. in Macho ap. Ath. 13.581b , cf. Al. Le. 16.21 ; -ώτερος οἶνος PElor. 143.2 (iii A. D.) . καίρ-ῐμος,η,ον, A. = καίριος , dub. in Macho ap. Ath. 13.581b , cf. Al.
in καίριος,α,ον, alsoος,ον Thgn. 341 , A. Ch. 1064 , S. Ph. 637 , Luc. Nigr. 35 : I. ( καιρός 11 ) in Hom. always of Place,inorat the right place, hence of parts of the body,καίριον a vital part,
timely καίριος, α, ον, also ος, ον [[ 6th c.BC: Theognis Elegiacus 341, 4th-5th c.BC: Aeschylus Tragicus “Choephori” 1064, 5th c.BC: Sophocles Tragicus “Philoctetes” 637, 2nd c.AD: Lucianus Sophista
κᾰκό-ανδρος , ον , = ἄνανδρος , Sch. E. Med. 436 . κᾰκό-ανδρος,ον, A. = ἄνανδρος , Sch. E. Med. 436 .
κᾰκό-αυλος , ον , = ἄναυλος , Sch. E. Ph. 790 . κᾰκό-αυλος,ον, A. = ἄναυλος , Sch. E. Ph. 790 .
κᾰκο-βάκχευτος , ον , = ἀβάκχευτος , Sch. E. Or. 316 , 319 . κᾰκο-βάκχευτος,ον, A. = ἀβάκχευτος , Sch. E. Or. 316 , 319 .
κᾰκο-βίωτος [ῐ] , ον , = ἀβίωτος , Sch. Ar. Pl. 970 . κᾰκο-βίωτος [ῐ],ον, A. = ἀβίωτος , Sch. Ar. Pl. 970 .
κᾰκό-δωρος , ον , gloss on ἄδωρος , Suid. κᾰκό-δωρος,ον, A. gloss on ἄδωρος , Suid.
κᾰκό-θυρσος , ον , gloss on ἄθυρσος , Sch. E. Or. 1492 . κᾰκό-θυρσος,ον, A. gloss on ἄθυρσος , Sch. E. Or. 1492 .