δᾰμάλη [μᾰ] , ἡ , = δάμαλις , E. Ba. 739 , Theoc. 4.12 , POxy. 1734.2 , etc. δᾰμάλη [μᾰ],ἡ, A. = δάμαλις , E. Ba. 739 , Theoc. 4.12 , POxy. 1734.2 , etc.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
δᾰμάλη [μᾰ] , ἡ , = δάμαλις , E. Ba. 739 , Theoc. 4.12 , POxy. 1734.2 , etc. δᾰμάλη [μᾰ],ἡ, A. = δάμαλις , E. Ba. 739 , Theoc. 4.12 , POxy. 1734.2 , etc.
δᾰμασ-τικός , ή , όν , gloss on Δαμαῖος , Sch. Pi. O. 13.98 . δᾰμασ-τικός,ή,όν, A. gloss on Δαμαῖος , Sch. Pi. O. 13.98 .
δᾰμᾰσί-φως , ωτος , ὁ , ἡ , = δαμασίμβροτος, ὕπνος Simon. 232 ; of Ares, prob. in Tim. Pers. 22 . δᾰμᾰσί-φως,ωτος,ὁ,ἡ, A. = δαμασίμβροτος, ὕπνος Simon. 232 ; of Ares, prob. in Tim. Pers. 22 .
δᾰμάτειρα [μᾰ] , ἡ , fem. of δαμαντήρ, AP 11.403 ( Luc. ). δᾰμάτειρα [μᾰ],ἡ, fem. ofδαμαντήρ, AP 11.403 ( Luc. ).
Δαμία , ἡ , fertility-Goddess at Aegina, Hdt. 5.82 , Paus. 2.30.4 : also Δαμοία , IG 5(1).363 ( Sparta ), 1314 ( Thalamae ). Δαμία,ἡ, fertility-Goddess at Aegina, Hdt. 5.82 , Paus. 2.30.4 : alsoΔαμοία
δᾱμοσιοργία , ἡ , = δημιουργία , GDI 3052.10 . δᾱμοσιοργία,ἡ, A. = δημιουργία , GDI 3052.10 .
Δανάη , ἡ , = δάφνη , Ps.- Dsc. 4.145 . Δανάη,ἡ, A. = δάφνη , Ps.- Dsc. 4.145 .
Δαναί̈ς , ἡ , = κόνυζα πλατύφυλλος , Ps.- Dsc. 3.121 . Δαναί̈ς,ἡ, A. = κόνυζα πλατύφυλλος , Ps.- Dsc. 3.121 .
δανδαλίς , ίδος , ἡ , = δενδαλίς , Poll. 6.77 , Hsch. δανδαλίς,ίδος,ἡ, A. = δενδαλίς , Poll. 6.77 , Hsch.
δᾱνοτής , ῆτος , ἡ , perh. f.l. for δαϊοτῆτος (cf. δηι- ) , ἁμερίων μόχθων καὶ δανοτῆτος S. Fr. 369 . δᾱνοτής,ῆτος,ἡ, perh. A. f.l. for δαϊοτῆτος (cf.δηι-) , ἁμερίων μόχθων καὶ δανοτῆτος S. Fr. 369
δαπᾰ́ν-υλλα , ἡ , Dim. of δαπάνη, Cerc. 4.18 δαπᾰ́ν-υλλα,ἡ, Dim. of δαπάνη, Cerc. 4.18
δάρυλλος , ἡ , Maced. , = δρῦς , Hsch. δαρχμά , v. δαρκνά. δάρυλλος,ἡ, Maced. , A. = δρῦς , Hsch. δαρχμά, v. δαρκνά.
horrid, frightful, δασπλῆτις,ἡ(voc. A. -πλῆτα AP 5.240 (Paul. Sil.)),horrid, frightful, θεὰ δ. Ἐρινύς Od. 15.234 ; of Hecate, Theoc. 2.14 :—alsoδασπλής,ῆτος,ὁ,ἡ, sc. δασπλῆτα Χάρυβδιν Simon. 3
δαφν-αία , ἡ , a precious stone, Plin. HN 37.157 . δαφν-αία,ἡ, a precious stone, Plin. HN 37.157 .
δαφνῖτις , ιδος , ἡ , = ἄχυ , Dsc. 1.13 , Gal. 14.72 . = χαμαιδάφνη , Ps.- Dsc. 4.147 . = δαφνοειδές , ib. 146 . δαφνῖτις,ιδος,ἡ, A. = ἄχυ , Dsc. 1.13 , Gal. 14.72 . II. = χαμαιδάφνη , Ps.- Dsc. 4
δαψιλ-ός , ή , όν , = foreg. 1.2 , αἰθήρ Emp. 39.1 . δαψιλ-ός,ή,όν,=foreg. 1.2 , A. αἰθήρ Emp. 39.1 .
δέ-ημος: νόμος ἢ δεσμός, Hsch. δέ-ημος: νόμος ἢ δεσμός, Hsch.
δέελος , η , ον , resolved form of δῆλος, Il. 10.466 . = δεσμός, ἅμμα , Hsch. δεήλαδες: φύλακες, Id. δέελος,η,ον, resolved form ofδῆλος, Il. 10.466 . II. = δεσμός, ἅμμα , Hsch. δεήλαδες: φύλακες,I
δειελίη , ἡ , ( δείελος ) f.l. for δείελον , Call. Fr. 190 . δειελίη,ἡ, (δείελος) A. f.l. for δείελον , Call. Fr. 190 .
δειπν-ῖτις , ιδος , ἡ , = fem. of δειπνητικός, στολή D.C. 69.18 . δειπν-ῖτις,ιδος,ἡ,=fem. of A. δειπνητικός, στολή D.C. 69.18 .
δειπνοσύνη , ἡ , Com. for δεῖπνον, Matro Conv. 10 (pl.). δειπνοσύνη,ἡ, Com. forδεῖπνον, Matro Conv. 10 (pl.).
slime, filth, δεῖσα,ἡ, A. slime, filth, PTeb. 105.27 , 60 , 106.26 (ii B.C.), BGU 1119.31 (i B.C.), Suid. II. = ἡ τῶν βοτανῶν συλλογή , EM 651.48 .
δεισαλία , ἡ , = foreg., Thd. Is. 28.13 . δεισαλία,ἡ,=foreg., Thd. Is. 28.13 .
fit for receiving, δεκ-τικός,ή,όν, A. fit for receiving, τὸ τῆς τροφῆς δ. the part that receivesthe food (sc.ἡ κοιλία), Arist. Pol. 1290b27 , cf. HA 489a3 ; αἰσθητήριον δ. τῶν αἰσθητῶν Id. PA 647a7