βαγός: βασιλεύς, καὶ στρατηγός (i.e. Lacon. , = ἀγός ), Hsch. βαγός: βασιλεύς, καὶ στρατηγός(i.e. Lacon. , A. = ἀγός ), Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βαγός: βασιλεύς, καὶ στρατηγός (i.e. Lacon. , = ἀγός ), Hsch. βαγός: βασιλεύς, καὶ στρατηγός(i.e. Lacon. , A. = ἀγός ), Hsch.
βάλαικες: δεσμωτήριον, καὶ βάλαικες: δεσμωτήριον, καὶ
βαλία: ὀφθαλμία, καὶ τὸν βαλία: ὀφθαλμία, καὶ τὸν
βάσκειν: λέγειν, κακολογεῖν, καὶ ἀνίστασθαι, Hsch. ; cf. βάζω. βάσκειν: λέγειν, κακολογεῖν, καὶ ἀνίστασθαι, Hsch. ; cf.βάζω.
βάστακες: πλούσιοι καὶ εὐγενεῖς ( Boeot. ), EM 191.12 . βάστακες: πλούσιοι καὶ εὐγενεῖς( Boeot. ), EM 191.12 .
βαύκαλον: μαλακιζόμενον, τρυφερόν, καὶ ὡραϊστόν, EM 192.20 . βαύκαλον: μαλακιζόμενον, τρυφερόν, καὶ ὡραϊστόν, EM 192.20 .
βδαλοί: ῥαφίδες θαλάσσιαι, καὶ φλέβες κρισσώδεις , Hsch. βδαλοί: ῥαφίδες θαλάσσιαι, καὶ φλέβες κρισσώδεις, Hsch.
disgusting, loathsome, blackguardly βδελῠρ-ός,ά,όν, A. disgusting, loathsome, blackguardly, Ar. Ra. 465 , Pl. R. 338d , Thphr. Char. 11 ; θεοῖς ἐχθρὸς καὶ β. D. 21.197 ; θρασὺς καὶ β. Plu. 2.10c
stolid, stupid βλάξ,βλᾱκός,ὁ,ἡ , A. stolid, stupid, Pl. Grg. 488a ; β. καὶ ἠλίθιος X. Cyr. 1.4.12 ; β. καὶ ἄφρων Arist. EE 1247a18 ; θεὸς κολάζει τοὺς βλᾶκας X. Oec. 8.16 , cf. Plb. 16.22.5 ; β
food, fodder βόσις,εως,ἡ, (βόσκω) A. food, fodder, ἰχθύσι Il. 19.268 ; οἰωνοῖς καὶ θηρσί Q.S. 1.329 ; β. καὶ τροφή Porph. Antr. 15 .
brutish, bestial βοσκ-ημᾰτώδης,ες, A. brutish, bestial, θηριῶδες καὶ β. Str. 5.2.7 , cf. Ocell. 4.14 , M Ant. 4.28 ;ἀναίσθητος καὶ β.Aristid Quint. 2.6 : coupled withζῳ ώδης, Iamb. Protr. 21 . ιέ;
slay βου-θῠτέω, A. slayorsacrifice oxen, S. OC 888 , E. El. 785 , Jul. Mis. 362c , etc.: also in later Prose, Plb. 32.15.2 , D.C. 42.28 , al.: generally,sacrifice, slaughter, β. ὗν καὶ τράγον καὶ κρι
βούφαρον: τὴν εὐάροτον γῆν: φάρος γὰρ ἡ ἄροσις: καὶ ἐπίθετον βοός , Hsch. βούφαρον: τὴν εὐάροτον γῆν: φάρος γὰρ ἡ ἄροσις: καὶ ἐπίθετον βοός, Hsch.
βρυανιῶν ( -ίων cod.) : μετεωριζόμενος καὶ κορων<ι> ῶν , Hsch. βρυανιῶν(-ίωνcod.): μετεωριζόμενος καὶ κορων<ι>ῶν , Hsch.
βυζόν: πυκνόν, συνετόν, γαῦρον δὲ καὶ μέγα , Hsch. βυζόν: πυκνόν, συνετόν, γαῦρον δὲ καὶ μέγα, Hsch.
βῠθ-μός: ἄντρον, πυθμήν, καὶ βῠθ-μός: ἄντρον, πυθμήν, καὶ
γάλη: ἐξέδρας εἶδος, καὶ ἐν ᾗ (leg. γαλῆ ) γαλέα τὸ ζῷον , Hsch. γάλη: ἐξέδρας εἶδος, καὶ ἐν ᾗ(leg.γαλῆ)γαλέα τὸ ζῷον, Hsch.
noble, generous γενν-άδας[νᾰ],ου,ὁ , ( Dor. word) A. noble, generous, χρηστὸς καὶ γ. Ar. Ra. 179 ; γ. καὶ πρᾷος Pl. Phdr. 243c , cf. Arist. EN 1100b32 ;highly bred, ἐπὶ τῶν γενναδῶν ἵππων Polem.
deflower, γίξαι: χωρῆσαι, Hsch. γίο: αὐτοῦ, Id.γῖπον: εἶπον, Id.γίς: ἱμὰς καὶ γῆ καὶ ἰσχύς(i. e.ϝίς), Id.γισάμεναι: εἰδέναι, Id.γίσας: φθείρας, Id.:inf., A. γίσαι deflower, App.Anth. 4.73 (perh.
γλωσσο-στροφεῖν: περιλαλεῖν καὶ στωμύλλεσθαι , Hsch. γλωσσο-στροφεῖν: περιλαλεῖν καὶ στωμύλλεσθαι, Hsch.
γναθ- μοῖσι γελᾶν , v. ἀλλότριος ; also γναθμόν: τομώτατον καὶ αἱρετικώτατον , Hsch. γναθ- μοῖσι γελᾶν, A. v. ἀλλότριος ; alsoγναθμόν: τομώτατον καὶ αἱρετικώτατον, Hsch.
jaw γνάθ-ος[ᾰ],ἡ , A. jaw, Prose form ofγναθμός, also freq. in Poets, γ. ἱππείη Hom. Epigr. 14.13 ;ἡ ἄνω, ἡ κάτω γ., Hp. Art. 30 , cf. Hdt. 2.68 ;καὶ γ. καὶ τὸ ἄνω τῆς γ.(whereγνάθος,= lower jaw) I
woman-like, womanish, γῠναικ-ώδης,ες, A. woman-like, womanish, τὸ ἀγεννὲς καὶ γ. Plb. 2.56.9 , cf. D.S. 2.24 , Ph. 1.366 ; ἄνανδρα καὶ γ. πάθη Plu. Sol. 21 : -ῶδες φθέγγεσθαι Luc. Nigr. 11 .Ad
δᾱνοτής , ῆτος , ἡ , perh. f.l. for δαϊοτῆτος (cf. δηι- ) , ἁμερίων μόχθων καὶ δανοτῆτος S. Fr. 369 . δᾱνοτής,ῆτος,ἡ, perh. A. f.l. for δαϊοτῆτος (cf.δηι-) , ἁμερίων μόχθων καὶ δανοτῆτος S. Fr. 369