of ἐγ-καυστικός,ή,όν, A. oforfor burning in:ἡ ἐ.(sc.τέχνη)the art of encaustic painting, Plin. HN 35.122 . 2. inflammatory, πυρετός Herod.Med. ap. Aët. 5.129 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
of ἐγ-καυστικός,ή,όν, A. oforfor burning in:ἡ ἐ.(sc.τέχνη)the art of encaustic painting, Plin. HN 35.122 . 2. inflammatory, πυρετός Herod.Med. ap. Aët. 5.129 .
ἐγγλωττογάστωρ , ορος , ὁ , ἡ , = γλωσσογάστωρ , Ar. Av. 1695 , cf. EM 309.51 , etc. ἐγγλωττογάστωρ,ορος,ὁ,ἡ, A. = γλωσσογάστωρ , Ar. Av. 1695 , cf. EM 309.51 , etc.
grandson ἔγγονος,ὁ, properly, A. grandson, D.H. 6.37 , etc.:ἐγγόνη,ἡ,grand-daughter, IGRom. 4.882 (Themisonium), Artem. 4.69 , Lyd. Mag. 2.1 ; alsoἔγγονος,ἡ , Plu. Per. 3 . 2. simply, = ἔκγονος ,de
ἐγγραυλίς , ίδος , ἡ , a fish, = ἐγκρασίχολος , Ael. NA 8.18 : pl., ἐγγραύλεις Opp. H. 4.470 . ἐγγραυλίς,ίδος,ἡ, a fish, A. = ἐγκρασίχολος , Ael. NA 8.18 : pl., ἐγγραύλεις Opp. H. 4.470 .
ἐγγυ-ήτρια , ἡ , fem. of ἐγγυητής , Stud.Pal. 20.139 (vi A.D.) . ἐγγυ-ήτρια,ἡ, fem. ofἐγγυητής, Stud.Pal. 20.139 (vi A.D.).
surety ἐγγύ-η (rarely ἐγγύα; but τὴν ἐγγύαν [[ “IG” 11(2).226 A 29 (Delph., 3rd c.BC),compare 5th c.BC: Epicharmus Comicus (see. below), “PSI” 4.346 (3rd c.BC)), ἡ: (ἐν, γύαλον, compare ἐγγυαλίζω)] R
ἐγγῠοθήκη , ἡ , = ἐγγυθήκη , Luc. Lex. 2 . ἐγγῠοθήκη,ἡ, A. = ἐγγυθήκη , Luc. Lex. 2 .
ἐγερ-τός , ή , όν , = ἐγέρσιμος, ὕπνος Arist. Somn.Vig. 454b14 . ἐγερ-τός,ή,όν, A. = ἐγέρσιμος, ὕπνος Arist. Somn.Vig. 454b14 .
awaking ἔγερσις,εως,ἡ, A. awaking, Hp. Coac. 82 ; personified in Emp. 123.1 : pl., Phld. Rh. 2.206S. , Polyaen. 2.2.6 : metaph.,ἡ τοῦ θυμοῦ ἔ. Pl. Ti. 70c , Arist. EN 1116b30 . b. awakingfrom death,
ἐγκαιν-ίς , ίδος , ἡ , dub. sens. in Agath. 5.21 . (Perh. ἐγκενίς, = ἐπηγκενίς .) ἐγκαιν-ίς,ίδος,ἡ, dub. sens. in Agath. 5.21 . (Perh.ἐγκενίς, A. = ἐπηγκενίς .)
ἐγκαιρ-ιότης , ητος , ἡ , = ἐγκαιρία , Sch. E. Ph. 471 . ἐγκαιρ-ιότης,ητος,ἡ, A. = ἐγκαιρία , Sch. E. Ph. 471 .
ἐγκαρπ-ία , ἡ , perh. f.l. for εὐκ- , EM 797.27 . ἐγκαρπ-ία,ἡ, perh. A. f.l. for εὐκ- , EM 797.27 .
ἐγκελ-ευσμᾰτικός , ή , όν , = ἐγκελευστικός, ἐπίρρημα EM 115.27 . ἐγκελ-ευσμᾰτικός,ή,όν, A. = ἐγκελευστικός, ἐπίρρημα EM 115.27 .
ἐγκλίς: ἡ καγκελλωτὴ θύρα , EM 518.22 . ἐγκλίς: ἡ καγκελλωτὴ θύρα, EM 518.22 .
ἐγκωμικός , ή , όν , = ἐγκωμιαστικός, λόγοι IG 12(9).95a ( Tamynae ). ἐγκωμικός,ή,όν, A. = ἐγκωμιαστικός, λόγοι IG 12(9).95a (Tamynae).
ἔγχουσα , ἡ , Att. for ἄγχουσα (q. v.), Ar. Lys. 48 , X. Oec. 10.2 . ἔγχουσα,ἡ, Att. forἄγχουσα(q. v.), Ar. Lys. 48 , X. Oec. 10.2 .
ἐγχῡ́λ-ωσις , εως , ἡ , = ἔγχυμα 11 , Paul.Aeg. 2.11 , Aret. CD 2.13 . ἐγχῡ́λ-ωσις,εως,ἡ, A. = ἔγχυμα 11 , Paul.Aeg. 2.11 , Aret. CD 2.13 .
ἐδηδών , όνος , ἡ , = φαγέδαινα , Hsch. ἐδηδών,όνος,ἡ, A. = φαγέδαινα , Hsch.
ἑδν-άς: ἡ ἀπὸ τῶν ἕδνων ἐδητύς , Hsch. ἑδν-άς: ἡ ἀπὸ τῶν ἕδνων ἐδητύς, Hsch.
ἑδοξοεῖ: ἀγαλματοποιεῖ , Hsch. ἐδοργύπευσεν: ἔσφαξεν ἢ ἐπέρανεν , Id. ἑδοξοεῖ: ἀγαλματοποιεῖ, Hsch. ἐδοργύπευσεν: ἔσφαξεν ἢ ἐπέρανεν, Id.
ἐδωγαθή: ἡ τροφή , Hsch. ἐδωγαθή: ἡ τροφή, Hsch.
ἐθειράς , άδος , ἡ , = ἔθειρα , an old reading in Od. 16.176 , for γενειάδες , cf. Sch. Theoc. 1.34 . ἐθειράς,άδος,ἡ, A. = ἔθειρα , an old reading in Od. 16.176 , forγενειάδες, cf. Sch. Theoc. 1.34
ἐθελο-κᾰκία , ἡ , = foreg., Suid. ἐθελο-κᾰκία,ἡ,=foreg., Suid.
ἐθελο-σέβεια , ἡ , gloss on ἐθελοθρησκεία , Hsch. ἐθελο-σέβεια,ἡ, A. gloss on ἐθελοθρησκεία , Hsch.