κορκότιλος , v. κροκόσιλος . κορκούτης: αἰδοῖον ἀνδρῶν , Hsch. (post κορμός ). Κόρκῡρα , Κορκῡραῖος , v. Κερκ -. κορκυρεύεται: ἀπον<ο> εῖται , Id. κορκότιλος, A. v. κροκόσιλος .κορκούτης: αἰδοῖον ἀν
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κορκότιλος , v. κροκόσιλος . κορκούτης: αἰδοῖον ἀνδρῶν , Hsch. (post κορμός ). Κόρκῡρα , Κορκῡραῖος , v. Κερκ -. κορκυρεύεται: ἀπον<ο> εῖται , Id. κορκότιλος, A. v. κροκόσιλος .κορκούτης: αἰδοῖον ἀν
BMus.Cat.Coins Thessaly Κέρκῡρα,ἡ, andΚερκῡραῖοι,οἱ, A. = Κόρκυρα, Κορκυραῖοι , in codd. of Hdt. , Th. , and later Attic Inscrr., IG 22.96 , etc.; early Attic Inscrr. and Corcyraean coins haveΚορ-,
in fit time ἐπίκαιρ-ος,ον, A. in fit timeorplace,seasonable, opportune, S. OT 875 (lyr.), Th. 6.34 ; νίκη -οτάτη Id. 8.106 ; of places, -ότατον χωρίον πρὸς τὰ ἐπὶ Θρᾴκης ἀποχρῆσθαι Id. 1.68 ;τὰ ἐ
ease oneself, χέζω,fut. A. χεσοῦμαι Ar. V. 941 , Pax 1235 ; also κατα-χέσομαι Id. Fr. 152 :aor. 1 ἔχεσα Id. Ec. 320 , 808 , (ἐγ-) ib. 347 , (κατ-) Nu. 174 :aor. 2 ἔχεσον(κατ-) Alc.Com. 4 (cf.