αἰγέα , αἰγέη , ἡ , v. sub αἴγεος . αἰγέα,αἰγέη,ἡ,v.subαἴγεος.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
αἰγέα , αἰγέη , ἡ , v. sub αἴγεος . αἰγέα,αἰγέη,ἡ,v.subαἴγεος.
θῠσαν-ωτός , ή , όν ,= θυσανόεις, κιθών, αἰγέη , Hdt. 2.81 , 4.189 ; ἔνδυμα J. BJ 5.5.7 . θῠσαν-ωτός,ή,όν,=θυσανόεις, κιθών, αἰγέη, Hdt. 2.81 , 4.189 ; A. ἔνδυμα J. BJ 5.5.7 .
αἴγεος , α , ον , = αἴγειος , Od. 9.196 ; Διφθ<>ραι Hdt. 5.58 . Subst. , αἰγέη (sc. δορά ), ἡ , a goat's skin , Hdt. 4.189 ; τὴν αἰγέαν J. AJ 1.18.6 , cf. LXX Nu. 21.20 ; contr. αἰγῆ Hdn.Gr. 1.310 . α