βαρδῆν: τὸ βιάζεσθαι γυναῖκας (Ambrac.), Hsch. ; cf. βαρδίσαγνος: ὁ τὰς γυναῖκας βιαζόμενος, Suid. , Zonar. βαρδῆν: τὸ βιάζεσθαι γυναῖκας(Ambrac.), Hsch. ; cf.βαρδίσαγνος: ὁ τὰς γυναῖκας βιαζόμενος,
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βαρδῆν: τὸ βιάζεσθαι γυναῖκας (Ambrac.), Hsch. ; cf. βαρδίσαγνος: ὁ τὰς γυναῖκας βιαζόμενος, Suid. , Zonar. βαρδῆν: τὸ βιάζεσθαι γυναῖκας(Ambrac.), Hsch. ; cf.βαρδίσαγνος: ὁ τὰς γυναῖκας βιαζόμενος,