βωβύζειν: σαλπίζειν , Hsch. βῴδιον , τό , = βοί̈διον , Id. βωθέω , Ion. contr. for βοηθέω , v.l. in Hdt. 8.47 . βωβύζειν: σαλπίζειν, Hsch. βῴδιον,τό, A. = βοί̈διον , Id.βωθέω, Ion. contr. forβοηθέ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βωβύζειν: σαλπίζειν , Hsch. βῴδιον , τό , = βοί̈διον , Id. βωθέω , Ion. contr. for βοηθέω , v.l. in Hdt. 8.47 . βωβύζειν: σαλπίζειν, Hsch. βῴδιον,τό, A. = βοί̈διον , Id.βωθέω, Ion. contr. forβοηθέ
come to aid, succour, assist, aid βοηθ-έω(sts. writtenβοιηθέω, IG 22.237 (iv B. C.), BGU 1007.12 (iii B. C.)), Ion. βωθέω, only Hsch. βωθέοντες, not in Hdt. (but cf. Eust. 812.59 ) or Hp. , cf. βο
come to aid προσβοηθ-έω, Ion. προσβοηθ-βωθέω, A. come to aid, abs.,ναυσὶ π. Th. 2.25 , cf. 6.66 , 69 , etc.;δέκα ναυσὶν ἐκ τῶν Ἀθηνῶν withten ships . . , Id. 8.23 ;στρατιᾷ καὶ ἵπποις v.l. in X. HG