βωκολ-ιάσδω , βωκολ-ιαστής , βωκολ-ικός , βώκολ-ος , Dor. for βουκ- . βῶκος , ὁ , Dor. for βοῦκος . βωκός: τρυφερὸς χιτών , Hsch. (fort. βράκος ). βωκολ-ιάσδω,βωκολ-ιαστής,βωκολ-ικός,βώκολ-ος, Dor. fo
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βωκολ-ιάσδω , βωκολ-ιαστής , βωκολ-ικός , βώκολ-ος , Dor. for βουκ- . βῶκος , ὁ , Dor. for βοῦκος . βωκός: τρυφερὸς χιτών , Hsch. (fort. βράκος ). βωκολ-ιάσδω,βωκολ-ιαστής,βωκολ-ικός,βώκολ-ος, Dor. fo