δαιδαλούργ-ημα , ατος , τό , = δαίδαλμα, δ. χάλκειον Vett. Val. 275 . δαιδαλουργ-ία , ἡ , cunning workmanship, Corp.Herm. 3.3.1 . δαιδαλούργ-ημα,ατος,τό, A. = δαίδαλμα, δ. χάλκειον Vett. Val. 275 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
δαιδαλούργ-ημα , ατος , τό , = δαίδαλμα, δ. χάλκειον Vett. Val. 275 . δαιδαλουργ-ία , ἡ , cunning workmanship, Corp.Herm. 3.3.1 . δαιδαλούργ-ημα,ατος,τό, A. = δαίδαλμα, δ. χάλκειον Vett. Val. 275 .