δορύκρᾱνος , δορύκτητος , δορύμᾰχος , v. δορι-. δορύκρᾱνος,δορύκτητος,δορύμᾰχος, A. v. δορι-.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
δορύκρᾱνος , δορύκτητος , δορύμᾰχος , v. δορι-. δορύκρᾱνος,δορύκτητος,δορύμᾰχος, A. v. δορι-.