δοσίπῡγος , v. δωσίπυγος. δοσίπῡγος, A. v. δωσίπυγος.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
δοσίπῡγος , v. δωσίπυγος. δοσίπῡγος, A. v. δωσίπυγος.
δωσῐ́-πῡγος or δοσίπῡγος , ον , = κίναιδος , Suid. s.v. ἀφέλεια . δωσῐ́-πῡγοςorδοσίπῡγος,ον, A. = κίναιδος , Suid. s.v. ἀφέλεια .