δᾱρός , δᾱρό-βιος , Dor. for δηρός, δηρό-βιος : δαρόν also expld. by ἑορτή, and ἄρτος ἄζυμος (cf. δάρατος ), Hsch. δᾱρός,δᾱρό-βιος, Dor. forδηρός, δηρό-βιος:δαρόνalso expld. byἑορτή,andἄρτος ἄζυμος(cf
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
δᾱρός , δᾱρό-βιος , Dor. for δηρός, δηρό-βιος : δαρόν also expld. by ἑορτή, and ἄρτος ἄζυμος (cf. δάρατος ), Hsch. δᾱρός,δᾱρό-βιος, Dor. forδηρός, δηρό-βιος:δαρόνalso expld. byἑορτή,andἄρτος ἄζυμος(cf
long, too long, δηρός, Dor. δᾱρός,ά,όν, (cf.δήν) A. long, too long, δηρὸν χρόνον Il. 14.206 , h.Cer. 282 : more freq.δηρόν(sc.χρόνον) asAdv.,all too long, Il. 2.298 , etc.; also ἐπὶ δηρὸν δέ μοι