θαρρᾰλέος , θαρρέω , θαρρητικός , θάρρος , θαρρύνω , Att. for θαρσ- . θαρρᾰλέος,θαρρέω,θαρρητικός,θάρρος,θαρρύνω, Att. forθαρσ-.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
θαρρᾰλέος , θαρρέω , θαρρητικός , θάρρος , θαρρύνω , Att. for θαρσ- . θαρρᾰλέος,θαρρέω,θαρρητικός,θάρρος,θαρρύνω, Att. forθαρσ-.
daring θαρσᾰλ-έος, Att. θαρρᾰλέος,α,ον, (θάρσος) A. daring, πολεμιστής Il. 21.589 , etc.; ἦτορ 19.169 ; φωνά Pi. N. 9.49 ;ἐλπίδες θ.confident, A. Pr. 536 (lyr.): c.inf.,ἀπὸ τῶν ἵππων πολεμεῖν