κάβειος: νέος (Paph.), Hsch. κάβηλος: ὁ ἀπεσκολυμμένος τὸ αἰδοῖον, ἢ ὄνος , Id. κάβειος: νέος(Paph.), Hsch. κάβηλος: ὁ ἀπεσκολυμμένος τὸ αἰδοῖον, ἢ ὄνος, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κάβειος: νέος (Paph.), Hsch. κάβηλος: ὁ ἀπεσκολυμμένος τὸ αἰδοῖον, ἢ ὄνος , Id. κάβειος: νέος(Paph.), Hsch. κάβηλος: ὁ ἀπεσκολυμμένος τὸ αἰδοῖον, ἢ ὄνος, Id.
καλεύειν: λιθοβολεῖν , Hsch. ( κα- for κατα- ). καλέχες: κατάκεισο (Paph.), Id. (cf. foreg. and λέχομαι ). κάληβος , = κάβηλος , Id. καλημνεῖ: καλεῖ σαφῶς , Id. καλεύειν: λιθοβολεῖν, Hsch. (κα-forκατα