καρπαλίον: κάρπημα , Hsch. καρπαλίον: κάρπημα, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
καρπαλίον: κάρπημα , Hsch. καρπαλίον: κάρπημα, Hsch.
καρπέω , inf. καρπεῖν: πληώττειν , Hsch. κάρπη: τὰ σπέρματα: καὶ τήγανα ὀβελίσκους ἔχοντα , Id. κάρπημα , ατος , τό , gloss on καρπαλίον , Id. καρπέω,inf. καρπεῖν: πληώττειν, Hsch. κάρπη: τὰ σπέρματα