κεκλέᾰται , κεκλήατο , v. καλέω :— κέκλετο , v. κέλομαι . κέκληγα , part. κεκληγώς , v. κλάζω . κεκλίᾰται , κεκλῐμένος , κέκλῐτο , v. κλίνω . κέκλομαι , κεκλόμενος , v. κέλομαι . κέκλῠθι , κεκλῠτε , v
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κεκλέᾰται , κεκλήατο , v. καλέω :— κέκλετο , v. κέλομαι . κέκληγα , part. κεκληγώς , v. κλάζω . κεκλίᾰται , κεκλῐμένος , κέκλῐτο , v. κλίνω . κέκλομαι , κεκλόμενος , v. κέλομαι . κέκλῠθι , κεκλῠτε , v