κεκλέᾰται , κεκλήατο , v. καλέω :— κέκλετο , v. κέλομαι . κέκληγα , part. κεκληγώς , v. κλάζω . κεκλίᾰται , κεκλῐμένος , κέκλῐτο , v. κλίνω . κέκλομαι , κεκλόμενος , v. κέλομαι . κέκλῠθι , κεκλῠτε , v
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κεκλέᾰται , κεκλήατο , v. καλέω :— κέκλετο , v. κέλομαι . κέκληγα , part. κεκληγώς , v. κλάζω . κεκλίᾰται , κεκλῐμένος , κέκλῐτο , v. κλίνω . κέκλομαι , κεκλόμενος , v. κέλομαι . κέκλῠθι , κεκλῠτε , v
urge, exhort, command. κέλομαι, Ep. 2 sg. κέλεαι, sts. disyll., Il. 24.434 , Od. 4.812 , 10.337 :impf. A. κελόμην Il. 1.386 , ἐκέλευ Theoc. 3.11 , κέλετο Il. 15.119 ( Dor. κέντο Alcm. 141