κεκλέᾰται , κεκλήατο , v. καλέω :— κέκλετο , v. κέλομαι . κέκληγα , part. κεκληγώς , v. κλάζω . κεκλίᾰται , κεκλῐμένος , κέκλῐτο , v. κλίνω . κέκλομαι , κεκλόμενος , v. κέλομαι . κέκλῠθι , κεκλῠτε , v
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κεκλέᾰται , κεκλήατο , v. καλέω :— κέκλετο , v. κέλομαι . κέκληγα , part. κεκληγώς , v. κλάζω . κεκλίᾰται , κεκλῐμένος , κέκλῐτο , v. κλίνω . κέκλομαι , κεκλόμενος , v. κέλομαι . κέκλῠθι , κεκλῠτε , v
śráyati κλίνω [ῑ],fut. A. κλῐνῶ Lyc. 557 , (ἐγκατα-) Ar. Pl. 621 :aor. 1 ἔκλῑνα Il. 5.37 , etc.:pf. κέκλῐκα Plb. 30.13.2 :— Med. ,aor. ἐκλινάμην Od. 17.340 , etc.:— Pass. ,fut. κλῐθήσομαι