κεκλέᾰται , κεκλήατο , v. καλέω :— κέκλετο , v. κέλομαι . κέκληγα , part. κεκληγώς , v. κλάζω . κεκλίᾰται , κεκλῐμένος , κέκλῐτο , v. κλίνω . κέκλομαι , κεκλόμενος , v. κέλομαι . κέκλῠθι , κεκλῠτε , v
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κεκλέᾰται , κεκλήατο , v. καλέω :— κέκλετο , v. κέλομαι . κέκληγα , part. κεκληγώς , v. κλάζω . κεκλίᾰται , κεκλῐμένος , κέκλῐτο , v. κλίνω . κέκλομαι , κεκλόμενος , v. κέλομαι . κέκλῠθι , κεκλῠτε , v
hear κλύω, Hes. Op. 726 , etc.:impf. ἔκλυονwithaor.sense, poet. A. κλύον Id. Th. 474 , B. 16.67 ;3 sg. ἔκλεεν Maiist. 58 :aor.imper. κλῦθι Il. 1.37 , etc.; pl. κλῦτε Pi. O. 14.4 ; also with