κέω , v. κείω . κεώδης: καθαρός , and κεώσατο: καθήρατο , Hsch. ; cf. κηώδης, κήϊα . κεῶεν ὄζει: εὐωδεῖ , Id. (Neut. of Κεώεις = κηώεις. ) κέω, A. v. κείω .κεώδης: καθαρός, andκεώσατο: καθήρατο, Hsc
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κέω , v. κείω . κεώδης: καθαρός , and κεώσατο: καθήρατο , Hsch. ; cf. κηώδης, κήϊα . κεῶεν ὄζει: εὐωδεῖ , Id. (Neut. of Κεώεις = κηώεις. ) κέω, A. v. κείω .κεώδης: καθαρός, andκεώσατο: καθήρατο, Hsc
flowed around, seagirt, ἀμφίρῠτος,η,ον, alsoος,ον S. Aj. 134 , (ῥέω) A. flowed around, seagirt, Od. always fem.ἀμφιρύτηof islands, as 1.50 ; ἐν Κέῳ ἀμφιρύτᾳ Pi. I. 1.8 ; τῆς ἀμφιρύτου Σαλαμῖνος
to lie down κείω(A), once in Hom. κέω(v. infr., cf. A.D. Adv. 143.11 ), Ep. Desiderat. ofκεῖμαι, βῆ δ' ἴμεναι κείωνhe went A. to lie down, wentto bed, Od. 14.532 , cf. 18.428 ; ἔνθ' ἴομεν κείοντες
make to dwell, settle καταναίω, A. make to dwell, settle:— Act. only in poet.aor., κατένασσε πατὴρ ἐς πείρατα γαίης Hes. Op. 168 ; κ. ὑπὸ Χθονός Id. Th. 6 20 ;γουνοῖσιν Νεμείηςib. 329 , cf. B. 3.
Wiener Sitzb. Κέως,ἡ,Ceos, one of the Cyclades, IG 12(5).532.7 , Str. 10.5.6 , etc.:—henceΚεῖος, Ion. Κήϊος,ὁ, aCeian, Hdt. 5.102 , etc.;οὐ Χῖος, ἀλλὰ Κεῖοςnot a (roguish) Chian, but an (honest)Ceian