κηθεῖν: βοηθεῖν , and κηθοί: βοηθοί , Hsch. ; cf. κέαθοι . κήθευον: συνεπορεύοντο , Id. κῆθι , v. ἐκεῖθι . κηθεῖν: βοηθεῖν, andκηθοί: βοηθοί, Hsch. ; cf.κέαθοι.κήθευον: συνεπορεύοντο, Id.κῆθι, A. v.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κηθεῖν: βοηθεῖν , and κηθοί: βοηθοί , Hsch. ; cf. κέαθοι . κήθευον: συνεπορεύοντο , Id. κῆθι , v. ἐκεῖθι . κηθεῖν: βοηθεῖν, andκηθοί: βοηθοί, Hsch. ; cf.κέαθοι.κήθευον: συνεπορεύοντο, Id.κῆθι, A. v.