χιδά: φρικτή, Hsch. χίδαδον: τὸ παιδίον, Id. (leg. χίδαλον: ἀντὶ τοῦ <κίδαλον>: τὸ αἰδοῖον ). χιδά: φρικτή, Hsch. χίδαδον: τὸ παιδίον,Id. (leg.χίδαλον: ἀντὶ τοῦ <κίδαλον>: τὸ αἰδοῖον).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
χιδά: φρικτή, Hsch. χίδαδον: τὸ παιδίον, Id. (leg. χίδαλον: ἀντὶ τοῦ <κίδαλον>: τὸ αἰδοῖον ). χιδά: φρικτή, Hsch. χίδαδον: τὸ παιδίον,Id. (leg.χίδαλον: ἀντὶ τοῦ <κίδαλον>: τὸ αἰδοῖον).
onion-eating ἐγκαψικίδαλος,ον, (κίδαλον) A. onion-eating, Luc. Lex. 10 (prob. f.l. for ἐγκαψιπήδαλος , cf.καψιπήδαλος).
onion κιγχάνω [ᾰ], A. v. κιχάνω [ᾱ ].κίδαλον,τό,onion, Hsch.