κιναρύζεσθαι: τὸ θρηνεῖν μετὰ τοῦ γογγύζειν, καὶ κινεῖσθαι , Hsch. κίναρχος: ἄψυχος , Id. κιναρύζεσθαι: τὸ θρηνεῖν μετὰ τοῦ γογγύζειν, καὶ κινεῖσθαι, Hsch. κίναρχος: ἄψυχος, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κιναρύζεσθαι: τὸ θρηνεῖν μετὰ τοῦ γογγύζειν, καὶ κινεῖσθαι , Hsch. κίναρχος: ἄψυχος , Id. κιναρύζεσθαι: τὸ θρηνεῖν μετὰ τοῦ γογγύζειν, καὶ κινεῖσθαι, Hsch. κίναρχος: ἄψυχος, Id.