ἐκέκαστο , v. καίνυμαι. ἐκέκαστο, A. v. καίνυμαι.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐκέκαστο , v. καίνυμαι. ἐκέκαστο, A. v. καίνυμαι.
κεκᾰδήσω , κεκάδοντο , κεκαδών , v. χάζομαι :—but for κεκαδήσομαι , v. κήδω :—for κεκαδδίχθαι , v. κάδδιχος . κεκαδμένος , v. καίνυμαι . κεκᾰδήσω,κεκάδοντο,κεκαδών, A. v. χάζομαι :—but forκεκαδήσομα
κεκάλακας: καλὴ γέγονας, ἢ ἐκάλεσας , Hsch. κεκαλμένον: ἐπὶ γῆς ἐκπεπτωκός , Id. κέκασμαι , κεκασμένος , κέκαστο , v. καίνυμαι . κεκάλακας: καλὴ γέγονας, ἢ ἐκάλεσας, Hsch. κεκαλμένον: ἐπὶ γῆς ἐκπεπτω
surpass, excel ἐπικαίνῠμαι, A. surpass, excel(v.καίνυμαι),πάντας ἐπ' ἀνθρώπους ἐκέκαστο ὄλβῳ τε πλούτῳ τε Il. 24.535 . II. . Pass. ,to be adornedorfurnished with, ἐπὶ φρεσὶ πευκαλίμῃσι κέκασται
overcome καίνῡμι, A. overcome, Act. only in imper.καινύτω, μή ς' ἀπάτη φρένα κ. Emp. 23.9 :—elsewh.καίνυμαι,surpass, excel, inimpf., c. acc. pers. etinf.modi,ἐκαίνυτο φῦλ' ἀνθρώπων νῆα κυβερνῆσαιhesu