καμψικίζω , = βαρβαρίζω , Hsch. καμψίον , τό , v. κάμψα . καμψικίζω, A. = βαρβαρίζω , Hsch. καμψίον,τό, v. κάμψα .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
καμψικίζω , = βαρβαρίζω , Hsch. καμψίον , τό , v. κάμψα . καμψικίζω, A. = βαρβαρίζω , Hsch. καμψίον,τό, v. κάμψα .
basket, case κάμψα,ης,ἡ, A. basket, case, Hsch. :—alsoκάψα(cf. Lat.capsa), Phot. , Suid. :— Dim. καμψίον,τό, PMasp. 6ii90 (vi A.D.), Hsch. :— alsoκαμψάκηςorκαψάκης,ου,ὁ,cruse, flask, ἐλαίου LXX Ju