κάνναθρον , τό , = κάναθρον . καννεύσας , Ep. for κατανεύσας , Od. 15.464 . κἀννεώσασθαι , poet. for καὶ ἀνανεώσασθαι . κάννη , v. κάννα . κάννηκες: πλέγματα ταρσῶν , Hsch. κάνναθρον,τό, A. = κάναθρ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κάνναθρον , τό , = κάναθρον . καννεύσας , Ep. for κατανεύσας , Od. 15.464 . κἀννεώσασθαι , poet. for καὶ ἀνανεώσασθαι . κάννη , v. κάννα . κάννηκες: πλέγματα ταρσῶν , Hsch. κάνναθρον,τό, A. = κάναθρ
nod assent κατανεύω,fut. A. -νεύσομαι Il. 1.524 , Pl. R. 350e :aor. κατένευσα Il. 1.558 , etc.; Ep. part. καννεύσας Od. 15.464 :—nod assent, κεφαλῇ κατανεύσομαι Il. 1.524 ; Χαίταις Pi. N