καταρυβδήσας , v. καταρροιβδέω . κατάρῠτος , ον , = κατάρρυτος (q.v.). καταρυβδήσας, A. v. καταρροιβδέω .κατάρῠτος,ον, = κατάρρυτος (q.v.).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
καταρυβδήσας , v. καταρροιβδέω . κατάρῠτος , ον , = κατάρρυτος (q.v.). καταρυβδήσας, A. v. καταρροιβδέω .κατάρῠτος,ον, = κατάρρυτος (q.v.).