καταϝελμένος , v. κατειλέω . καταϝέργω , v. κατείργω . καταϝοικίδδω , v. κατοικίζω . καταϝελμένος, A. v. κατειλέω .καταϝέργω, v. κατείργω .καταϝοικίδδω, v. κατοικίζω .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
καταϝελμένος , v. κατειλέω . καταϝέργω , v. κατείργω . καταϝοικίδδω , v. κατοικίζω . καταϝελμένος, A. v. κατειλέω .καταϝέργω, v. κατείργω .καταϝοικίδδω, v. κατοικίζω .