καταϝελμένος , v. κατειλέω . καταϝέργω , v. κατείργω . καταϝοικίδδω , v. κατοικίζω . καταϝελμένος, A. v. κατειλέω .καταϝέργω, v. κατείργω .καταϝοικίδδω, v. κατοικίζω .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
καταϝελμένος , v. κατειλέω . καταϝέργω , v. κατείργω . καταϝοικίδδω , v. κατοικίζω . καταϝελμένος, A. v. κατειλέω .καταϝέργω, v. κατείργω .καταϝοικίδδω, v. κατοικίζω .
settle, establish κατοικ-ίζω, Cret.καταϝοικίδδω Schwyzer 175.2 (Gortyn): Att. fut.- A. ῐῶ A. Pr. 725 :—settle, establish, κ. τινὰς ες Μέμφιν Hdt. 2.154 , cf. Ar. Pax 205 , Decr. ap. D. 18.182