κεῖα: καθάρματα , Hsch. ; cf. κήϊα . κειάμενος , κείαντες , v. καίω . κειανθί: καίοντες , Id. κεῖθεν , κεῖθι , v. ἐκεῖθεν, ἐκεῖθι . κείθιον , v. κηθίς . κεῖα: καθάρματα, Hsch. ; cf.κήϊα.κειάμενος,κεία
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κεῖα: καθάρματα , Hsch. ; cf. κήϊα . κειάμενος , κείαντες , v. καίω . κειανθί: καίοντες , Id. κεῖθεν , κεῖθι , v. ἐκεῖθεν, ἐκεῖθι . κείθιον , v. κηθίς . κεῖα: καθάρματα, Hsch. ; cf.κήϊα.κειάμενος,κεία
καίω , Att. κάω [ᾱ] , impf. ἔκαιον Od. 9.553 , Att. ἔκᾱον , Ep. καῖον Il. 21.343 : fut. καύσω X. Cyr. 5.4.21 , ( ἐπι- ) Pl.Com. 186.4 , ( κατα- ) Ar. Lys. 1218 ; also καύσομαι Id. Pl. 1054 : aor. 1 ἔκ