κεῖα: καθάρματα , Hsch. ; cf. κήϊα . κειάμενος , κείαντες , v. καίω . κειανθί: καίοντες , Id. κεῖθεν , κεῖθι , v. ἐκεῖθεν, ἐκεῖθι . κείθιον , v. κηθίς . κεῖα: καθάρματα, Hsch. ; cf.κήϊα.κειάμενος,κεία
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κεῖα: καθάρματα , Hsch. ; cf. κήϊα . κειάμενος , κείαντες , v. καίω . κειανθί: καίοντες , Id. κεῖθεν , κεῖθι , v. ἐκεῖθεν, ἐκεῖθι . κείθιον , v. κηθίς . κεῖα: καθάρματα, Hsch. ; cf.κήϊα.κειάμενος,κεία
dice-box κηθίς,ίδος,ἡ, A. dice-box, prob. in Poll. 7.203 :— Dim. κήθιον, Hermipp. 27 ,κηθίδιον, Poll. 10.150 .—Wrongly writtenκητίον, Alciphr. 1.39 , Ath. 11.477d cod. A:—χείτιον, Ion. κείθιον, Eus